Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περ. Φιλόλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περ. Φιλόλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

τα αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο και η «λεξιπενία» σαν ιδεολογική νάρκη


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περ. Φιλόλογος τεύχος 142 σε συνεργασία με το συνάδερφο Βασίλη Συμεωνίδη.
Ο Φ. Ι. Κακριδής, σε κείμενό του που δημοσιεύεται στο «Φιλόλογο»[1], επανέρχεται στο πρόβλημα που δημιουργεί η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο. Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο κείμενο πιο τολμηρό από άλλα αντίστοιχα είναι η προσπάθειά του να ερμηνεύσει την παθητική στάση των «δασκάλων». Γράφει: «τι μπορούμε να κάνουμε σε μια τέτοια περίπτωση οι δάσκαλοι; Η εύκολη και πιο συνηθισμένη λύση είναι τίποτα». Η ερμηνεία που δίνει είναι διπλή. Από τη μια η υπαλληλική νοοτροπία που βολεύεται με την εκτέλεση των εντολών και από την άλλη το συμφέρον, δηλαδή η ευκολία που έχει η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής, εφόσον δεν απαιτεί προετοιμασία, και η δυνατότητα να ενισχύσει το εισόδημα εξασφαλίζοντας ιδιαίτερα.
Δεν έχει άδικο, όμως θα θέλαμε να προσθέσουμε έναν ακόμα σημαντικό λόγο μιλώντας  από την οπτική των δασκάλων της σχολικής αίθουσας. Η αδράνεια των φιλολόγων της δευτεροβάθμιας εξηγείται και επειδή είμαστε τα πρώτα θύματα που έχει η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής. Εδώ και 18 χρόνια, η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής από το Γυμνάσιο οδήγησε να εμπεδωθεί το ιδεολόγημα που τη συνοδεύει και σε πολλούς από τους δασκάλους. Βασικά χαρακτηριστικά αυτού του ιδεολογήματος είναι ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία, ότι η υπεροχή της αρχαίας ελληνικής είναι αυταπόδεικτη και την καθιστά γλώσσα – πρότυπο, ότι η γνώση της αρχαίας ελληνικής είναι αναγκαία προϋπόθεση για την καλύτερη κατάκτηση της νέας, ότι γλώσσα είναι οι λέξεις, ότι η ετυμολογία είναι αναγκαία για την κατανόηση της σημασίας των λέξεων.
Όλα τα προηγούμενα διαφαίνονται στα αναλυτικά προγράμματα, στα σχολικά εγχειρίδια[2] και δημιουργούν μια κατάσταση αντιφατική στη στάση και στις απόψεις των φιλολόγων σχετικά με το μάθημα των αρχαίων ελληνικών[3].
Η συνέχεια του κειμένου είναι προσπάθεια να κρίνουμε τη μεταπολιτευτική αφετηρία που οδήγησε στην αντιμεταρρύθμιση του 1992 και στην επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας γλώσσας στο Γυμνάσιο. Επειδή αιχμή του ιδεολογήματος είναι ότι η διδασκαλία της αρχαίας συνεπάγεται λεξιλογικό πλούτο και συνεπώς όσοι δε διδάσκονται την αρχαία ελληνική καταδικάζονται σε φτώχια, εστιάσαμε στην προσέγγιση της λέξης «λεξιπενία» με αφετηρία τη φράση του Αντισθένη:  αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις.
Η συγκεκριμένη φράση παραπέμπει στην ετυμολογία των λέξεων σαν βασική πηγή αναγνώρισης της σημασίας τους. Θα ήταν όμως ενδιαφέρον να δούμε μια άλλη διάσταση «σοφίας» που αποκτούμε αν η «επίσκεψις» αφορά τον όρο «λεξιπενία». Αλήθεια γιατί όχι «φτωχολεξία», κατά το κυριολεξία, απλολεξία, δυσλεξία; Είναι αισθητικοί οι λόγοι; Μήπως ο όρος επινοήθηκε για να προκαλέσει συγκεκριμένους συνειρμούς;
Βρήκαμε την παλιότερη εμφάνιση της λέξης στο βιβλίο "Δημόσιος Διάλογος για τη Γλώσσα" που περιλαμβάνει τα κείμενα της "ημερίδας του Μίλωνα" (19 Ιανουαρίου 1985), εκδ. Δόμος. Το βιβλίο κυκλοφορεί τρία χρόνια μετά, το 1988. Η λέξη υπάρχει στο κείμενο του Γ. Μ. Καλιόρη "για μια ευρύχωρη δημοτική". Εκεί ο Γ. Μ. Καλιόρης μιλά «για γενικότερη απειλή κατά τής γλώσσας μας» και σκιαγραφεί τα χαρακτηριστικά της: «Συρρίκνωση μορφολογική, τεχνητή λεξιπενία με μοιραίο περιορισμό των αποχρώσεων...» (σελ. 46). Επίσης, η παλιότερη καταγραφή της λέξης που βρήκαμε σε λεξικό είναι στο: Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδόσεις Αρμονία, 1994 [φαινόμενο κατά το οποίο άτομο ή κοινωνική ομάδα χρησιμοποιεί στον προφορικό ή γραπτό λόγο, λεξιλόγιο εξαιρετικά περιορισμένο][4].
Η λέξη είναι κατασκευασμένη στα πρότυπα άλλων 7 σύνθετων λέξεων όπως εμφανίζονται στο αντίστροφο λεξικό της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη: θρομβοπενία, λεμφοκυτταροπενία, λεμφοπενία, λευκοπενία, παγκυτοπενία, παγκυτταροπενία, σιδηροπενία. Όλες ανεξαιρέτως είναι ιατρικοί όροι που παραπέμπουν σε ασθένειες. Κάποιες μάλιστα ανίατες! Τι να σημαίνει άραγε αυτό για κείνους που «πάσχουν» από… λεξιπενία;
Δεύτερο συνθετικό του όρου είναι η λέξη πενία. Μια λέξη που από τη μια μεριά προέρχεται απευθείας από την αρχαία ελληνική γλώσσα αλλά από την άλλη δεν χρησιμοποιείται από τους φυσικούς ομιλητές της ν.ε. Όλοι την αντικαθιστούν με τη λέξη φτώχια και όταν τη συναντούν αναγκαστικά τη μεταφράζουν. Ωστόσο εξαιρούνται σε ειδικές συνθήκες όσοι στην κοινωνική ιεραρχία θεωρούνται γλωσσικά «επαρκείς» και «προνομιούχοι», επειδή ο λόγος τους αντλεί υλικό από την αρχαία ελληνική. Κάτι που υποβάλλει και τελικά επιβάλλει με άρρητο τρόπο μια γλωσσική και πνευματική «ανωτερότητα» απέναντι στους πολλούς. Την ίδια λοιπόν δυσκολία για τους πολλούς έχει στην πρόσληψή της και η λέξη λεξιπενία, μια που χωρίς τη δυνατότητα μετάφρασης του β΄ συνθετικού είναι αδύνατη η κατανόηση της σημασίας της.
Με βάση, λοιπόν, τις παραπάνω διαπιστώσεις ο όρος λεξιπενία, ως λόγιο αρχαιοπρεπές κατασκεύασμα, είναι ένα nomen omen (όνομα οιωνός). Μια λέξη δηλαδή που ως σύμβολο/σημαία επιβάλλεται στους «ομιλητές-ασθενείς» με την εξουσία της μορφής της και του υλικού κατασκευής της. Υλικό που, με τους συνειρμούς που προκαλεί, καθηλώνει, γιατί προέρχεται από μια γλώσσα που η ανωτερότητά της θεωρείται αυτονόητα(!) αδιαπραγμάτευτη και έτσι με έναν μαγικό τρόπο εξαναγκάζει τους «δέκτες-ασθενείς» να σωπαίνουν και να αποδέχονται μοιραία την «πάθησή» τους χωρίς κριτική.
Επίσης, ως οιωνός, ο όρος υποδεικνύει και τη θεραπεία του προβλήματος, αφού η αδυναμία των ομιλητών να τον κατανοήσουν οφείλεται στην άγνοιά τους να ερμηνεύσουν το αρχαίο β΄ συνθετικό της λέξης και επομένως μόνον η στροφή στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής θα τους λυτρώσει από την αμηχανία. Μ’ άλλα λόγια η ίδια η μορφή και μόνο της λέξης αποκαλύπτει πως το ιδεολόγημα(;) της... λεξιπενίας έχει σχέση μόνο με την άγνοια λέξεων των παλαιότερων λόγιων εκδοχών της γλώσσας μας. Να λοιπόν πώς οι συνυποδηλώσεις της λέξης έχουν πολύ μεγαλύτερο βάρος απ’ ό,τι η λεξικογραφική της σημασία. Οι συνυποδηλώσεις αυτές εστιάζουν περισσότερο στο θυμικό των ομιλητών και καθιστούν τη λέξη προέκταση της κοινωνικής εξουσίας όσων την εμπνεύστηκαν.




[1] Φ.Ι. Κακριδής, Αρχαία γλώσσα στο Γυμνάσιο, Φιλόλογος, τ. 140 (Απρ-Ιουν 2010), σελ. 198-205
[2] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σελίδες 8-9 του βιβλίου Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, Α΄ Γυμνασίου, Αθήνα: ΟΕΔΒ, 2008 που χρησιμοποιείται σαν εγχειρίδιο διδασκαλίας από το 2006-07.
[3] Στοιχεία για την έρευνα δημοσιεύτηκαν στο εκπαιδευτικό δίκτυο αλφαβήτα, http://www.alfavita.gr/artra/art10_11_9_1254.php και στο περιοδικό Νέα Παιδεία, τευχ. 131
[4] Σχετικά με τα λεξικά, βρήκαμε τη συγκεκριμένη λέξη καταγραμμένη στα:
Αντίστροφο Λεξικό Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, http://www.komvos.edu.gr/
Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. Πελεκάνος, μετά το 1998, χ.χ [φτώχεια στη χρήση λέξεων, αδυναμία για χρήση πλούτου λέξεων]
Μπαμπινιώτη, Γ.Δ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, 1998 [το φαινόμενο κατά το οποίο ένα πρόσωπο ή μια κοινωνική ομάδα χρησιμοποιεί στον καθημερινό λόγο, και γενικότερα στην επικοινωνία, πολύ περιορισμένο αριθμό λέξεων και εκφραστικών μέσων, (κυρ. λόγω άγνοιας)]
Νέο Υπερλεξικό της Ελληνικής Γλώσσας Εκδόσεις, Αφοί Παγουλάτοι 1998 – 1999, έκδοση σε cd-rom [η χρήση εξαιρετικά φτωχού λεξιλογίου από άτομα ή κοινωνικές ομάδες]
Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδόσεις Αρμονία, 1994 [φαινόμενο κατά το οποίο άτομο ή κοινωνική ομάδα χρησιμοποιεί στον προφορικό ή γραπτό λόγο, λεξιλόγιο εξαιρετικά περιορισμένο]
Τεγόπουλος-Φυτράκης, Μείζον Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδόσεις Αρμονία, 1997 [ο.π]
Δεν καταγράφεται στα:
Ανδριώτη, Ν.Π., Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 1983
Βοστανζόγλου, Θ., Αντιλεξικόν ή Ονομαστικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης, Αθήναι, Ι. Βοστανζόγλου, 1962
Δημητράκου, Δ. Β., Επίτομον Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Δ. Δημητράκου, 1969
Δημητράκου, Δ., Μέγα Λεξικό όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Δομή, 1953
Επιτομή λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους γραμματείας, http://www.komvos.edu.gr/
Κριαρά, Ε., Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημωδούς Γραμματείας 1100-1669, Θεσσαλονίκη, 1969 κ.ε
Κριαρά, Ε., Νέο Ελληνικό Λεξικό της Σύγχρονης Δημοτικής Γλώσσας γραπτής και προφορικής, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1995
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], 1999
Πάτση Χ., Επίτομο Λεξικό της Δημοτικής, 1965
LiddelI, H.G. & Scott, R., Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Ανέστη Κωνσταντινίδου, Αθήναι, Εκδ. Γ.Π. Γεωργακάς, α εκδ. 1902


για τις νέες γραμματικές δημοτικού και γυμνασίου


Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περ. Φιλόλογος, τεύχος 142 σε συνεργασία με το συνάδερφο Βασίλη Συμεωνίδη.

Πέρσι, τέτοιον καιρό, τολμήσαμε να κρίνουμε δημοσίως στο Ίντερνετ[1] τις νέες Γραμματικές Δημοτικού και Γυμνασίου. Το ρήμα «τολμήσαμε» εξηγείται, επειδή η αφετηρία μας δεν είναι εξειδικευμένες γνώσεις γλωσσολογίας, αλλά κυρίως η εμπειρική πραγματικότητα που σχετίζεται με τη διδασκαλία της γλώσσας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Με αφορμή κείμενο/ «ανοιχτή επιστολή στην υπουργό παιδείας», που δημοσιεύτηκε στο Φιλόλογο[2] και που ασκεί ευθεία κριτική στη Γραμματική του Γυμνασίου,  θα θέλαμε να δώσουμε τη δική μας οπτική, αυτή των δασκάλων της σχολικής αίθουσας. Θεωρούμε και ‘μεις το ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό, όχι μόνο επειδή νομιμοποιεί και επισημοποιεί τη γλωσσική νόρμα, αλλά και επειδή καθορίζει την σχολική καθημερινότητα σχετικά με τη γλωσσική διδασκαλία.
Η κριτική μας εστιάζεται σε λόγια στοιχεία της δημοτικής, τα οποία προκαλούν αμηχανία στους χρήστες, σε όλους μας. Πιο συγκεκριμένα, σχετίζεται με τύπους επιθέτων. Για παράδειγμα, πώς θα μπορέσουμε να υποδείξουμε φράσεις όπως: «Πλείστα τα μακαρόνια, δε μπορώ να τα φάω όλα», «πλείστες ασκήσεις, πότε θα τις κάνουμε;». Η νέα σχολική γραμματική του Γυμνασίου καταγράφει τον τύπο πλείστος σα μονολεκτικό υπερθετικό του επιθέτου πολύς[3]. Αντίθετα, στη νέα γραμματική του δημοτικού δεν καταγράφεται μονολεκτικός τύπος[4].
Σχετικά με τα δικατάληκτα επίθετα σε –ης, –ες (ακριβής, διεθνής, συνήθης) δεν υπάρχει καμία αναφορά στην προσαρμοσμένη γενική του αρσενικού (του ακριβή, διεθνή, συνήθη). Με βεβαιότητα καταγράφεται ο λόγιος τύπος (του ακριβούς, του διεθνούς, του συνήθους)[5]. Αντίθετα, στη νέα Γραμματική του Δημοτικού σημειώνεται ότι «Μερικοί ομιλητές σχηματίζουν τη γενική ενικού του αρσενικού σε -η (π.χ. του ακριβή) στον καθημερινό λόγο»[6].
Κατά τρίτο λόγο, ασχοληθήκαμε με τον τρόπο παρουσίασης των επιθέτων 1. σε -ύς, -ιά, -ύ, όπως βαθύς, βαθιά, βαθύ· βαρύς, βαριά, βαρύ και 2. σε -ύς, -εία, -ύ, όπως ευθύς, ευθεία, ευθύ· βραχύς, βραχεία, βραχύ[7]. Και εκεί η αμηχανία έχει να κάνει με τη γενική αυτών των επιθέτων και κυρίως με την απουσία της προσαρμοσμένης γενικής (του ευθύ) στη δεύτερη κατηγορία[8].
Οι γραμματικές, ενώ είναι έτοιμες και αναρτημένες στον ιστότοπο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου από την Άνοιξη του 2009, δεν τυπώθηκαν και δε μοιράστηκαν στα σχολεία. Φαίνεται ότι αυτό θα γίνει φέτος...
Στην εφημερίδα «Καθημερινή» (08-06-10)[9], ο Σπύρος Μοσχονάς, επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, θέτει το ζήτημα της αξιοποίησης των δύο νέων γραμματικών, επικρίνει το περιοδικό «Φιλόλογος» για την κριτική του και σημειώνει ότι «διεξάγεται έτσι γύρω από τις σχολικές γραμματικές ένας άγνωστος πόλεμος, ψυχρός, χωρίς διακηρυγμένες προθέσεις. Η Γραμματική είναι ένα ακόμη πεδίο για την άσκηση της ιδεολογίας μάλλον παρά της επιστημονικής κριτικής». Δεν ξέρουμε τι υπονοείται, αλλά το κείμενο αυτό έχει σαφή και ρητή πρόθεση να μιλήσει από την οπτική της σχολικής αίθουσας, όπου θα χρησιμοποιηθούν οι Γραμματικές.
Σε άλλο κείμενο, πάλι στην «Καθημερινή» (08-06-10)[10], η Άννα Iορδανίδου, καθηγήτρια ΠΤΔΕ του Πανεπιστημίου Πατρών, γράφει για τη νέα Γραμματική του Δημοτικού. Τονίζει τα παιδαγωγικά πρότυπα που ακολουθούνται, όπως επίσης και η επικοινωνιακή, κειμενοκεντρική προσέγγιση που τη χαρακτηρίζουν. Δικαιολογεί τις διαφορές με τα σχολικά βιβλία της γλώσσας, της Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού, στη σύνταξη των οποίων είχε το βασικό ρόλο και καταλήγει με τα «ιδιαίτερα θετικά στοιχεία της νέας Γραμματικής»: ότι καταγράφει την πολυτυπίας και ότι περιλαμβάνει λόγιους σχηματισμούς που απουσίαζαν από τη Γραμματική Τριανταφυλλίδη, όπως τα επίθετα σε -ων, -ουσα, -ον.
Ας δεχτούμε ότι η καταγραφή της πολυτυπίας είναι ένα «ιδιαίτερα θετικό στοιχείο». Όμως, προκύπτουν ερωτήματα: ποια σκοπιμότητα επιβάλλει να παρουσιάζονται σαν ισοδύναμοι, σαν πρώτοι ή σαν μοναδικοί οι λόγιοι τύποι λέξεων; Στη σελίδα 104 για τα επίθετα σε -ύς, -εία, -ύ, και σε σε -ης, -ες γράφει: «σχηματίζονται όπως στα αρχαία ελληνικά» και παραθέτει: ο ευθύς/ του ευθέος, το ευθύ/ του ευθέος... Εδώ, είτε έχουμε παράβλεψη των προσαρμοσμένων τύπων γενικής ενικού για το αρσενικό και το ουδέτερο (του ευθύ), είτε φαίνεται να μη χρειάζεται το άλλοθι της πολυτυπίας... Επίσης, ως κύριος τύπος της γενικής του επιθέτου ο ακριβής δίνεται ο τύπος του ακριβούς (και σε σημείωση δίπλα ο τύπος του ακριβή). Μήπως μια συστηματική έρευνα της γλωσσικής πραγματικότητας έδειχνε κάτι άλλο;
Παρόμοια με τα επίθετα σε -ων, -ουσα, -ον. Η παράθεσή τους μάλλον δημιουργεί πρόβλημα. Παράδειγμα: πώς θα διδαχτεί το ενδιαφέρον και το μέλλον σαν επίθετο τη στιγμή που έχουν καθιερωθεί σαν ουσιαστικά[11]; Για πολλά από αυτά η νεοελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί περιφράσεις, (αυτός που έχει ενδιαφέρον) ή έχει βρει τους προσαρμοσμένους τύπους (μελλοντικός, -η, -ό). Είναι τόσο αναγκαία η διδασκαλία τους στο δημοτικό;
Οι λόγιοι τύποι θα μπορούσαν να είναι σε ένα παράρτημα ή σε υποσημείωση με την ένδειξη ότι πρόκειται για λόγιους τύπους, αναφομοίωτους από το κλιτικό σύστημα της νεοελληνικής.
Η Άννα Iορδανίδου επισημαίνει ότι η γραμματική «απευθύνεται μόνο στους μαθητές της Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού». Όμως, οι μαθητές θα συνεχίσουν στην Α΄, Β΄, Γ΄ Γυμνασίου. Για την νέα Γραμματική του Γυμνασίου γράφει ο Αναστάσιος Tσαγγαλίδης, επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Το δημοσίευμα βρίσκεται και πάλι στην «Καθημερινή» (15-06-10)[12]. Η γραμματική χαρακτηρίζεται «αποτέλεσμα μιας αποτυχημένης προσπάθειας συμβιβασμού του παρελθόντος με το μέλλον». Επισημαίνονται αναντιστοιχίες με τη γραμματική του δημοτικού, ασυνέπειες στην ορολογία, αποφυγή πρότασης σε αμφισβητούμενα ζητήματα. Μετά απ’ αυτά, μάλλον είναι υπεκφυγή η καταληκτική κρίση ότι «Μια παιδαγωγική Γραμματική, πάντως, θα κριθεί τελικά και από τα μαθησιακά οφέλη που θα αποδειχθεί ότι προκύπτουν από τη χρήση της». Η Γραμματική θα πρέπει να κριθεί πρώτα από την επιστημονική κοινότητα, πριν δημιουργήσει προβλήματα και σύγχυση στα σχολεία.
Στο κύριο άρθρο του «Φιλόλογου», όπου αναφερθήκαμε αρχικά, ανάμεσα στ’ άλλα τίθεται το ζήτημα της πολυτυπίας και αμφισβητείται η αναγκαιότητα να παρουσιάζεται στη σχολική γραμματική. Καταλήγει στην σαφή πρόταση η γραμματική να συνταχτεί από επιτροπή διακεκριμένων, όπως συνέβη και στο παρελθόν. Εδώ νομίζουμε ότι βρίσκεται η λύση στο πρόβλημα:  η σύνταξη μιας γραμματικής-συντακτικού στα πλαίσια ενός φορέα, όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. Η ευθύνη είναι μεγάλη για να βαραίνει μεμονωμένα πρόσωπα. Επίσης, νομίζουμε ότι είναι παιδαγωγικά ορθό και επιστημονικά αποδεκτό αυτό που δείχνει η διδακτική εμπειρία:
Οι νέες γραμματικές πρέπει να καταγράφουν την κοινή νεοελληνική και μόνο την κοινή νεοελληνική, χωρίς αρχαϊσμούς και ιδιωματισμούς. Τα λόγια στοιχεία που διασώζονται στη νεοελληνική είτε είναι ενταγμένα σε αυτήν, είτε αποτελούν απολιθώματα, μπορούν να παρατίθενται σε υποσημειώσεις ή σε παράρτημα και όχι στο κύριο μέρος, σαν ισοδύναμοι ή χειρότερα σα μοναδικοί τύποι. Επίσης, θα πρέπει να είναι σαφής η σύσταση για χρήση περίφρασης εκεί όπου ο μονολεκτικός τύπος οδηγεί σε αδιέξοδο. Σημαντική είναι  και η ορολογία με την οποία θα περιγράφονται τα γλωσσικά φαινόμενα, ώστε να μην υιοθετείται άκριτα ορολογία από τη γραμματική της αρχαίας ελληνικής.
Βασίλης Συμεωνίδης, Σωτήρης Γκαρμπούνης
φιλόλογοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

[1] Νέες σχολικές Γραμματικές: κριτική ματιά σε τρία σημεία μορφολογίας επιθέτων, Εκπαιδευτικό Δίκτυο Ενημέρωσης Αλφαβήτα (http://alfavita.gr/artra/art21_6_9_1745.php ανάκτηση στις 4/7/2010).
[2] «Ο Τριανταφυλλίδης στο απόσπασμα, γραμματικής ανατροπή», Φιλόλογος, τ. 140, σελ. 180-197
[3] Σ. Χατζησαββίδη, Αθ. Χατζησαββίδου, Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσας για το Γυμνάσιο, σελ. 59. Προσβάσιμο στο http://www.pi-schools.gr/lessons/hellenic/
[4] Ειρ. Φιλιππάκη-Warburton, Μ. Γεωργιαφέντη, Γ. Κοτζόγλου, Μ. Λουκά, Γραμματική για την Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού, σελ. 110. Προσβάσιμο στο http://pi-schools.sch.gr/dimotiko/
[5] Σ. Χατζησαββίδη, Αθ. Χατζησαββίδου, ό.π., σελ. 54
[6] Ειρ. Φιλιππάκη-Warburton, Μ. Γεωργιαφέντη, Γ. Κοτζόγλου, Μ. Λουκά, ό.π., σελ. 104
[7] Σ. Χατζησαββίδη, Αθ. Χατζησαββίδου, ό.π., σελ. 51-53 και Ειρ. Φιλιππάκη-Warburton, Μ. Γεωργιαφέντη, Γ. Κοτζόγλου, Μ. Λουκά, ό.π., σελ. 99 και 104.
[8] Οι προσαρμοσμένοι τύποι γενικής (του ευθύ) καταγράφονται στα κλιτικά παραδείγματα που έχει το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, 1998, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
[9] Ο άγνωστος πόλεμος των σχολικών βιβλίων, (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_08/06/2010_403659, ανάκτηση στις 4/7/2010).
[10] Η νέα Γραμματική για τους μαθητές E΄ και ΣΤ΄ τάξης του Δημοτικού,  http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_08/06/2010_403658, ανάκτηση στις 4/7/2010).
[11] Η δυσκολία στη διδασκαλία αυτών των τύπων είναι φανερή στην Στ΄ Δημοτικού. Στο Τετράδιο Εργασιών, β΄ τεύχος, σελ. 35, (που συνοδεύει το βιβλίο της γλώσσας) υπάρχουν ασκήσεις με τα ονοματικά σύνολα «ο μέλλων γιατρός», «η ενδιαφέρουσα απασχόληση», «το υπάρχον ποσοστό ανεργίας» και ζητείται η συμπλήρωση των τύπων στις πτώσεις ενικού και πληθυντικού.
[12] Η νέα Γραμματική του γυμνασίου, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_15/06/2010_404497, ανάκτηση στις 4/7/2010).