Ποδόσφαιρο, μια θρησκεία χωρίς απίστους


Μιλώντας θεωρητικά για το ποδόσφαιρο ο νους των περισσότερων στρέφεται γύρω από έναν λόγο καταγγελτικό όπου μονόπλευρα και δογματικά διανοούμενοι σέρνουν τα εξ αμάξης στο άθλημα: «Όπιο του λαού», «σύγχρονη αποχαυνωτική θρησκεία», «χλωροφόρμιο των συνειδήσεων» και πάει λέγοντας. Τελικά τι είναι τούτο το κοινωνικό φαινόμενο, που ξεπερνάει κατά πολύ τα στενά όρια ενός απλού παιχνιδιού του οποίου οι πρωταγωνιστές, όπως ο Ρονάλντο, ο Ζιντάν, ο Μπέκαμ είναι πιο γνωστοί από τους πρωθυπουργούς των χωρών τους;
Όσο περίεργο κι αν φαντάζει, το ποδόσφαιρο, παρά την εμπορευματοποίησή του, κατορθώνει να εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο και ενάντια στην υπόλοιπη εμπορευματοποιημένη κοινωνική πραγματικότητα το συνδυασμό της συλλογικότητας με την ατομική πρωτοβουλία. Επιτρέπει την ανάδειξη του ατομικού ταλέντου και την επιβράβευσή του μέσα από τη συλλογική προσπάθεια. Με άλλα λόγια, σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντι-ουμανιστική κοινωνική πραγματικότητα που καλλιεργεί τον ατομισμό και την ανάδειξη του ενός σε βάρος του άλλου και σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, το ποδόσφαιρο αναδείχνει την ποδοσφαιρική προσωπικότητα μέσα από το σύνολο, ενώ αυτό το τελευταίο δε λειτουργεί ως απλό άθροισμα μεμονωμένων ατομικοτήτων, αλλά σαν ένας ξέχωρος ποιοτικός συνδυασμός. Και αυτός ο συνδυασμός, αυτή η σύνθεση του ατομικού ταλέντου και της συλλογικότητας, είναι που αποτελεί το κριτήριο της επιτυχίας της συλλογικής προσπάθειας της ομάδας.
Αλλά και το γεγονός ότι μέσα από το ποδόσφαιρο επιβραβεύονται η συλλογική και η ατομική αξία και δεν κατοχυρώνονται ιεραρχικές θέσεις, που έχουν καπαρωθεί με άλλα κριτήρια, όπως η καταγωγή, η οικονομική ή κοινωνική θέση, το γεγονός ότι πρόκειται για έναν αγώνα που διεξάγεται επί ίσοις όροις, όπου μια θεωρητικά αδύναμη ομάδα μπορεί να κάνει την έκπληξη και να κερδίσει, ότι, με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να τεθούν σε αμφισβήτηση οι όποιες ιεραρχίες, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι αδύνατον, στην καθημερινή ζωή, προσδίδει στο ποδόσφαιρο μια λαϊκή αίγλη.
Από αυτή τη σκοπιά, δεν είναι συμπτωματικό ότι ο αθλητισμός γεννήθηκε και ανδρώθηκε – άλλο πώς κατέληξε – σε κοινωνίες που διαπερνιόνταν από δημοκρατικά ιδεώδη, όπως η αρχαία Αθήνα ή η Αγγλία του 19ου αι., δηλαδή σε κοινωνίες όπου η αμφισβήτηση των κατεστημένων ιεραρχιών θεωρούνταν θεμιτή.
Βεβαίως θα ήταν αφελές να υποστηρίζαμε  ότι όλες οι αντισυμβατικές πτυχές του ποδοσφαίρου που προαναφέραμε εισπράττονται συνειδητά και στον ίδιο βαθμό από τις λαϊκές μάζες. Και βεβαίως ισχύει ότι το ποδόσφαιρο, όπως κάθε συμβολική πρακτική, λειτουργεί κυρίως προς την κατεύθυνση που προσδιορίζουν τα οικονομικά, πολιτικά, θρησκευτικά ή άλλα συμφέροντα που το ελέγχουν. Από την άλλη όμως, ακριβώς επειδή, παρά τις αποξενωτικές πιέσεις, οι κυρίαρχοι δεν έχουν κατορθώσει να εξοβελίσουν ολοκληρωτικά την ανθρωπιά, το ποδόσφαιρο λειτουργεί έστω υποσυνείδητα ως ένα απομεινάρι της. Και αυτή του την πλευρά καλούμαστε να αναδείξουμε, ενάντια στο ρεύμα.

Γ. Ρούσης, στο Ν. Μπογιόπουλος – Δ. Μηλάκας, Ποδόσφαιρο, μια θρησκεία χωρίς απίστους (διασκευή)


Ερωτήσεις:

Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 80 περίπου λέξεις για να ενημερώσετε τους συμμαθητές σας για το περιεχόμενο του κειμένου.

Σύμφωνα με τη θεωρία του βιβλίου το δοκίμιο ως κειμενικό είδος έχει μερικά γνωρίσματα που έχουν σχέση με τη δομή, την πειθώ και τη γλώσσα. Σύμφωνα μ’ αυτά το δοκίμιο:

  • Όταν είναι αποδεικτικό έχει συνήθως πρόλογο, κύριο μέρος και επίλογο.
  • Όταν είναι στοχαστικό «ο συγγραφέας περιδιαβαίνει ελεύθερα στο χώρο των ιδεών».
  • Όταν έχει αποδεικτικό χαρακτήρα «ο δοκιμιογράφος προσεγγίζει ένα θέμα που τον ενδιαφέρει, εκθέτει, διασαφηνίζει και υποστηρίζει τις ιδέες του, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα, τεκμήρια και παραδείγματα.
  • Ως προς τη γλώσσα «υπακούει σε εντολές μιας λογιότερης γραμματικής», χρησιμοποιεί «τεχνικές ομαλής ή φυσικής μετάβασης και συνοχής (π.χ χρήση συνεκτικών μορίων και εκφράσεων, φράσεις-γέφυρες κλπ)», «μόρια και εκφράσεις που φανερώνουν μια στάση του συγγραφέα απέναντι στο θέμα (π.χ πιθανώς, ενδεχομένως, βεβαίως κλπ), ή φανερώνουν την οπτική του γωνία για τα γραφόμενα (π.χ επιρρήματα…)
  • Στη σύνταξη προτιμά τη «σύνθετη δομή των προτάσεων (υποτακτικός, μακροπερίοδος λόγος)
  • Χρησιμοποιεί αφηρημένο λεξιλόγιο.

Με βάση τα παραπάνω να διακρίνετε το είδος του κειμένου που σας δόθηκε και να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

Με ποιο τρόπο αναπτύσσονται τα παρακάτω επιχειρήματα; Να αξιολογήσετε την ορθότητά τους; (άσκηση του συναδέρφου Βασίλη Συμεωνίδη)

Στους ποδοσφαιρικούς αγώνες συχνά συμβαίνουν έκτροπα.
Στους αγώνες καλαθοσφαίρισης επίσης συχνά συμβαίνουν έκτροπα.
Άρα σε αγώνες ομαδικών αθλημάτων συχνά συμβαίνουν έκτροπα.

Ο αθλητικός αγώνας είναι επιδίωξη της νίκης και επιβεβαίωση υπεροχής.
Οι ποδοσφαιρικοί αγώνες είναι αθλητικοί.
Άρα οι ποδοσφαιρικοί αγώνες είναι επιδίωξη της νίκης και επιβεβαίωση υπεροχής.

Ο αθλητικός αγώνας είναι επιδίωξη της νίκης και επιβεβαίωση υπεροχής.
Ο πόλεμος είναι επιδίωξη νίκης και επιβεβαίωση υπεροχής.
Άρα ο πόλεμος είναι αθλητικός αγώνας.

Η ποιότητα του πολιτισμού μας φανερώνεται σε κάθε μαζική εκδήλωση.
Ο αθλητισμός είναι μαζική εκδήλωση.
Άρα η ποιότητα του πολιτισμού μας φανερώνεται και στον αθλητισμό.

Στο κείμενο παρουσιάζονται μερικά χαρακτηριστικά του ποδοσφαίρου ως παιχνιδιού. Ποια άλλα θετικά γνωρίσματά του μπορείτε να εντοπίσετε; Ποιες στρεβλώσεις δημιουργήθηκαν στο άθλημα και για ποιους λόγους, κατά τη γνώμη σας;

Πόλεμος θρησκειών


Μια χαρά σφαζόμαστε εμείς, μεταφορικά και κυριολεκτικά, για μια φανέλα κόκκινη, πράσινη, κίτρινη, κιτρινόμαυρη, ασπρόμαυρη, κυανέρυθρη. Μια χαρά σφαζόμαστε εδώ για τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟ, στη Σερβία για τον Ερυθρό Αστέρα και την Παρτιζάν, στη Σκωτία για τη Ρέιντζερς και τη Σέλτικ, στην Αργεντινή για τη Ρίβερ Πλέιτ και την Μπόκα Τζούνιορς, στον κόσμο όλο. Και μια χαρά, μια τεράστια χαρά γεύεται η κυβέρνησή μας, όπως κάθε κυβέρνηση στον κόσμο όλο, όταν εμείς σφαζόμαστε, όταν ξοδεύουμε τις λέξεις, τα συνθήματα, τον θυμό, τα όνειρά μας για μια φανέλα, που όσο πιο γεμάτη φαίνεται τόσο πιο αδειανή είναι.
Κάποιοι φίλαθλοι (οπαδοί δηλαδή, το «φίλαθλος» είναι ένας ευφημισμός που δεν βρίσκει εισιτήριο για να μπει σε κανένα γήπεδο) μπορεί να προσέρχονται με τα αγνότερα αισθήματα, με εκείνη την παιδική αθωότητα που τους οδήγησε κάποτε στην πλήρη ταύτιση με μια ομάδα. Γύρω τους όμως, γύρω μας, στήνεται μια τεράστια εμποροπανήγυρη άφθονου χρήματος και σκληρής εξουσίας. Αν οι ομάδες ήταν στημένες απλώς σαν επιχειρήσεις, θα είχαν όρια στη δραστηριότητά τους, θα νοιάζονταν για τη νομιμότητά τους, θα κινδύνευαν ακόμα και να κλείσουν αν δεν περπατούσαν. Αλλά οι ομάδες συγκροτούνται σαν θρησκείες, όπως το ακούμε και στα συνθήματα των πιστών τους, των φανατικών («ΠΑΟ-θρησκεία», «Θρύλε Θεέ μου» κ. ο. κ.). Φανατικοί, θεόληπτοι δηλαδή, μας πληροφορούν τα λεξικά, ονομάστηκαν οι ιερείς της Ίσιδας και της Κυβέλης, που μέσα στο ιερό, το fanum, έπεφταν σε έκσταση και στο παραλήρημά τους πλήγωναν το ίδιο τους το σώμα, περίπου σαν τους αυτομαστιγωνόμενους χριστιανούς του Μεσαίωνα.
Ιερείς έχουμε και σήμερα. Με άλλο όνομα. Είναι οι πρόεδροι των ομάδων (οι αποκλειστικοί διαχειριστές της «ιδέας»), οι μεγαλοπαράγοντες, οι εκδότες αθλητικών φύλλων που μες στην κερδοσκοπική προπαγανδιστική τους μέθη εξαντλούν το λεξιλόγιο και την εικονογραφία της χυδαιότητας, οι αγριεμένοι μπλογκίστες, οι λοχαγοί της μιας ή της άλλης «θύρας». Έχουμε δηλαδή αρχιερείς, μητροπολίτες, ιεροκήρυκες και απλούς διακόνους. Κι έχουμε βέβαια και το πλήρωμα των πιστών, οι οποίοι, αντιστρέφοντας τα πράγματα, δεν πληγώνουν πια το δικό τους σώμα, αλλά των αντιπάλων.
Η σύγκρουση ομάδων είναι σύγκρουση θρησκειών, θεσμοθετημένη υπό τη μορφή πρωταθλήματος. Μόνο που εδώ δεν χωρούν διαθρησκειακοί διάλογοι. Ίσως περισσότερο απ’ όλους το κατανοούν αυτό όσοι θέλουν να πιστεύουν ότι κάπως κρατούν το μέτρο, συνειδητοποιούν όμως ότι πέφτουν σε καβγά ακόμα και με τον κολλητό τους για ένα οφσάιντ ή ένα πέναλτι, δηλαδή για κάτι που γρήγορα αποδεικνύεται λιγότερο και από το τίποτα. Ορκίζονται τότε ότι θα πάρουν τις αποστάσεις τους, ωστόσο στο επόμενο ντέρμπι ξαναπαθιάζονται και ξανααρρωσταίνουν. Γιατί η μπάλα είναι στρογγυλή. Και την τετράγωνη λογική δεν την ανέχεται.
Παντελής Μπουκάλας, Εφ. Καθημερινή 23-2-2011

Παρατηρήσεις
  1. Το κείμενο στηρίζεται σε μια αναλογία. Μπορείτε να την περιγράψετε με έναν συλλογισμό με προκείμενες και συμπέρασμα;
  2. Οι ομάδες είναι ανώνυμες εταιρίες σύμφωνα με το νόμο. Με ποιο επιχείρημα αμφισβητεί ο συγγραφέας την υπόσταση αυτή;
  3. Κάποιοι φίλαθλοι (οπαδοί δηλαδή, το «φίλαθλος» είναι ένας ευφημισμός που δεν βρίσκει εισιτήριο για να μπει σε κανένα γήπεδο) μπορεί να προσέρχονται με τα αγνότερα αισθήματα, με εκείνη την παιδική αθωότητα που τους οδήγησε κάποτε στην πλήρη ταύτιση με μια ομάδα: Να σχολιάσετε τη περίοδο σε μια παράγραφο 70-80 λέξεων. 
  4. Να εντοπίσετε στο κείμενο τρία σημεία ειρωνείας και τα μέσα με τα οποία την υποβάλλει. 
  5. Ποια νοηματική σχέση εκφράζουν οι λέξεις με έντονα γράμματα;
  6. Να πυκνώσετε το κείμενο με σκοπό να ενημερώσετε τους συμμαθητές σας για το περιεχόμενό του


Γνωρίσματα της εξουσιαστικής γλώσσας


Η εξουσία ασκείται με το λόγο περισσότερο απ’ ό,τι με τη φυσική επιβολή και την τεχνική υπεροχή. Η εξουσία ασκείται σε μεγάλο βαθμό με τις ιδέες, άρα με τη γλώσσα, με τις λέξεις. Αν όμως μπορεί η εξουσία να ασκείται με τις λέξεις, τότε οι λέξεις έχουν δική τους δύναμη. Υπάρχουν λέξεις με αυτόνομη δύναμη. Λέξεις που αρκεί να προφερθούν και αποχτάει όνομα το αβάφτιστο βρέφος, γίνονται σύζυγοι ο Γιάννης και η Μαρία, οδηγείται στη φυλακή ο κατηγορούμενος.
            Ωστόσο δεν είναι μόνο το ρήμα «σας ευλογώ» που αρκεί να προφέρει ο Πάπας και η θεία χάρη κατεβαίνει στις κατάμεστες πλατείες, είναι και λέξεις όπως «έθνος», «δημοκρατία», «σοσιαλισμός», «παράδοση», «δικαιοσύνη» που περιέχουν και ασκούν εξουσία. Κανένας όμως δεν θα μπορούσε να δώσει ένα όνομα σ’ ένα μωρό βυθίζοντάς το σε μια σκάφη ή έστω στον Ιορδάνη ποταμό και προφέροντας τις κατάλληλες λέξεις. Κανένας δεν μπορεί να «κηρύξει τον πόλεμο», απλώς λέγοντας ότι τον κηρύττει, αν δεν κατέχει κάποιον κοινωνικό τίτλο που αυτόματα κάνει τον λόγο του κήρυξη πολέμου. Για να είναι ο λόγος πράξη πρέπει ο ομιλητής να έχει την αρμοδιότητα να προφέρει την κατάλληλη λέξη. Μ’ άλλα λόγια, ο λόγος αποτελεί πράξη επειδή ο πομπός είναι εκπρόσωπος της κοινωνικής εξουσίας.
            Οι εκπρόσωποι των εξουσιών κάνουν όχι μόνον χρήση αλλά και κατάχρηση της γλωσσικής δύναμης και νομιμότητας που απορρέει από τη θέση τους, μετατρέποντας τη γλώσσα σε όπλο για την άσκηση βίας και εξουσίας. Την κατάχρηση αυτή θα την ονομάσουμε ιδεολογική γλώσσα. Είναι ορισμένη μορφή που πριν απ’ όλα παραβιάζει τη θεμελιακή λειτουργία του λόγου, την επικοινωνία, πετυχαίνοντας την επιβολή της σιωπής στο δέκτη. Δεν είναι τόσο «γλώσσα» όσο χειρισμός της γλώσσας, χειρισμός που επιτρέπει στον πομπό να ασκεί εξουσία και βία με το λόγο. Χειρισμός της γλώσσας που παραβιάζει τη θεμελιώδη λειτουργία της επικοινωνίας, γιατί επιβάλλοντας τη σιωπή στο δέκτη καταστρέφει την πολικότητα του λόγου και παράγει στη θέση του τον εξουσιαστικό μονόλογο.
            Η ιδεολογική γλώσσα έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που έχουν έντονη επίδραση στους δέκτες γιατί παράγουν λανθάνοντα νοήματα που κάνουν τα ρητά μηνύματα εκβιαστικά για τους δέκτες, επιβάλλοντας τη σιωπή και προστατεύοντας τον πομπό από το λογικό χειρισμό των νοημάτων, δηλαδή την κριτική. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που εμφανίζονται συχνά στο λόγο των εκπροσώπων κάθε μορφής εξουσίας, πολιτικής ή μορφωτικής και προσδίδουν στον πομπό εγκυρότητα και νομιμότητα, χωρίς αυτή να πηγάζει από το περιεχόμενο των λεγομένων του αλλά από τον τρόπο χειρισμού της γλώσσας.
            Ο ιδεολογικός λόγος λοιπόν είναι:


α. Πληθωρικός: Πληθωρική είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί πολλά συνώνυμα, χαρακτηρίζεται από μεγάλη συχνότητα ορισμένων τύπων όπως επιθετικοί προσδιορισμοί, προθέσεις και επιρρήματα, από μακριές περιόδους και συντακτική περιπλοκή, από εξεζητημένη συντακτική δομή, από ρητορικές επαναλήψεις, μεγαληγορία και συνεχείς περιφράσεις. Έτσι δημιουργείται νοηματική ασάφεια και ακυριολεξία. Ο λεκτικός πληθωρισμός στη διαφήμιση είναι εύκολο να εντοπιστεί. Π.χ «υπεραριστούργημα», ένα λεκτικό τέρας που μετατρέπει το συγκεκριμένο επίθετο σε κραυγή, σε θαυμαστικό επιφώνημα.
            Στον πολιτικό λόγο είναι πιο δυσδιάκριτο το φαινόμενο. Εκεί είναι συχνότεροι οι πλεονασμοί, η κατάχρηση συνωνύμων, η βεβαιωτική διατύπωση και η μεγαλοστομία. Ο πληθωρισμός του πολιτικού λόγου παγιδεύει τον δέκτη κυρίως συναισθηματικά και ηθικά με το μέγεθος και το βάρος των αξιών που προβάλλει. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί δεν έχουν μόνο ηθικό βάρος, αλλά αποτελούν και αξίες με τεράστιο κοινωνικό κύρος (έθνος, δημοκρατία, λαός, ελεύθερος κόσμος, πατρίδα, επανάσταση).
            Η  επιστημονική γλώσσα καταφεύγει συχνά σε καθαρευουσιάνικη σύνταξη και προστρέχει στην επισημότητα αρχαιοπρεπών στοιχείων. Συστηματικά χρησιμοποιεί λέξεις σπάνιες και αδιαφανείς, λέξεις της αρχαίας ελληνικής, αλλά και νεολογισμούς που θαμπώνουν το δέκτη.

β. Αξιολογικός: Ο ιδεολογικός λόγος δεν είναι πάντοτε πληθωρικός είναι όμως οπωσδήποτε αξιολογικός. Τα μηνύματα έχουν τη μορφή της αλήθειας και όχι της πληροφορίας. Το μήνυμα π.χ διατυπώνεται στην ευκτική ή την προστακτική και εισάγεται με βεβαιωτικές προτάσεις (εισάγεται με το «πρέπει»). Περιέχει διατυπώσεις που αποκλείουν την αμφισβήτηση, υποκαθιστά τα τεκμήρια με ηθικές κατηγορίες (εντιμότητα, απουσία φανατισμού, καλή πρόθεση κ.α) είτε με αρετές (ευφυΐα, γνώσεις, συνείδηση της πραγματικότητας κ.α), στηρίζεται σε λέξεις αξίες και όχι σε επιχειρήματα και αποδείξεις, άρα περιέχει λανθάνουσα την ηθική καταδίκη του δέκτη που ενδέχεται να διαφωνήσει. Χάρη σε λέξεις αξίες, λέξεις ταμπού μπορεί το μήνυμα να περιέχει κραυγαλέα αντίφαση και να γίνεται δεκτό σαν συλλογισμός, μπορεί να περιέχει ταυτολογία, ανακολουθία, ακόμα και παραλογισμό κι αυτό να μη γίνεται αντιληπτό. Η «σωτηρία του έθνους» για παράδειγμα είναι τέτοια παγίδα που απαγορεύει το λογικό και νοηματικό χειρισμό. Δεν μπορεί ο δέκτης να της βάλει ερωτηματικό χωρίς να ταυτιστεί αυτόματα με την ιεροσυλία. Δεν μπορεί να ρωτήσει «γιατί» ή να ζητήσει να αποδειχτεί η αναγκαιότητα της «σωτηρίας», χωρίς να ταυτιστεί με τον Εφιάλτη.

γ. Συμφυρματικός: Κατασκευάζει μίγματα γλωσσικά ή νοήματα αθέμιτα, που εμποδίζουν την κατανόηση και την κριτική αντιμετώπιση του μηνύματος. Συνδέει μεταξύ τους έννοιες που αλληλοαναιρούνται νοηματικά και λογικά, κατασκευάζοντας νοηματικά τέρατα, λέξεις σύνθετες που αποκλείει η μία την άλλη. Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ο λόγος των ηγετών του ναζισμού. Η ναζιστική εξουσία ένωσε τα αντίθετα στο λόγο της. Στήριξε την προπαγάνδα της στην καταγγελία του κεφαλαίου και της κεφαλαιοκρατίας, ενώ συνεργάστηκε στενά με το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο, αλλά εμπόδισε την κατανόηση της αντίφασης ταυτίζοντας το κεφάλαιο με του λίγους εβραίους τραπεζίτες. Χρησιμοποίησε τη λέξη «επανάσταση», που ανήκε στην ευρωπαϊκή αριστερά, ενώνοντάς την με τον εθνικισμό και τη συντηρητική ιδεολογία της πιο αντιδραστικής γερμανικής δεξιάς. Οικειοποιήθηκε το επίθετο «σοσιαλιστικός», ενώνοντάς το με το ακριβώς αντίθετο την εποχή εκείνη «εθνικός». Έφτιαξε έτσι λεκτικά τέρατα όπως «εθνικοσοσιαλισμός», «συντηρητική επανάσταση» και κατασκεύασε το σύνθημα «Δεν είναι προδοσία να προδίδεις τους προδότες» ή «η εργασία απελευθερώνει». Η  κατάργηση των σημασιών αποδείχτηκε όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία πόσο επικίνδυνη κοινωνικά είναι. Από νοηματικά, από λεκτικά, τα τέρατα έγιναν πολιτικά και η εκτελεστική εξουσία έγινε εκτελεστική στην κυριολεξία.

δ. Ευφημιστικός: Με την ευφημιστική γλώσσα ο ομιλητής προσδίδει στον εαυτό του αναντίρρητο κύρος, κάνει άτρωτα τα μηνύματά του, μεταμφιέζοντάς τα σε αναμφισβήτητα και απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τα τεκμηριώσει με αποδείξεις. Όλοι οι δικτάτορες στην ιστορία του κόσμου ονόμασαν τον εαυτό τους «οδηγό», «σωτήρα», «πατέρα»,  οι πιο στυγνοί αυτοπροβλήθηκαν σαν «μετριοπαθείς», «αφανάτιστοι» και «προσωρινοί».

Άννα Φραγκουδάκη, Γλώσσα και Ιδεολογία

ΡΩΜΑΪΚΟ ΚΑΙ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


            Σύμφωνα με τον Οθωμανικό Ιερό Νόμο, όλη η γη ανήκει στο Θεό και την ελέγχει και τη διαθέτει ο Σουλτάνος, που είναι εκπρόσωπός του στη γη. Αυτός παραχωρεί την εκμετάλλευσή της στους αξιωματούχους του στρατού, σαν βραβείο για την επιτυχία τους να διαδώσουν τη μωαμεθανική θρησκεία. Οι αγρότες ως άμεσοι παραγωγοί-καλλιεργητές δεν είχαν λόγο για τον τρόπο και το είδος της καλλιέργειας. Ήταν υποχρεωμένοι να υπακούν σε επαχθείς συμβάσεις που σύναπταν με τους ιδιοκτήτες της γης οι οποίοι τους εκμίσθωναν  τα χωράφια. Ο ιδιοκτήτης τους έδινε το σπόρο και αυτοί τον καλλιεργούσαν, με την υποχρέωση να του αποδώσουν μέρος της παραγωγής. Έτσι η πλήρης νομική αλλά και οικονομική κυριότητα των γαιών ανήκε στους νόμιμους ιδιοκτήτες χωρίς τον κίνδυνο να τη χάσουν επειδή κάποιος άλλος καλλιεργεί τα χωράφια τους. Οι παραπάνω αγρότες δεν είναι άλλοι από τους γνωστούς μας κολίγους.
            Σύμφωνα, όμως, με το Ρωμαϊκό δίκαιο που υιοθέτησε το ελληνικό κράτος, ίσχυε ο νόμος της χρησικτησίας. Ο θεσμός αυτός προβλέπει ότι ο αγρότης που εκμεταλλεύεται μια γη που νομικά δεν του ανήκει αλλά ταυτόχρονα δεν πληρώνει αντίτιμο ενοικίασης, μετά από είκοσι χρόνια η γη αυτή μπορεί να περάσει στην κυριότητά του. Την εποχή των πρώτων χρόνων του ελληνικού κράτους οι εκμισθωτές των εθνικών εδαφών μπορεί να μην είχαν τη νομική κυριότητα των εδαφών αυτών αλλά είχαν την πλήρη οικονομική κυριότητα. Δηλαδή εκείνοι αποφάσιζαν για τον τύπο και τους τρόπους καλλιέργειας και αναλάμβαναν κάθε ζημιά. Επειδή, συγχρόνως, δεν απέδιδαν στο νόμιμο ιδιοκτήτη, δηλαδή στο Κράτος, την οφειλόμενη μίσθωση, μετά από ένα χρονικό διάστημα σφετερίζονταν την αγροτική γη.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
α. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή, σελ. 76
β. Β. Κρεμμυδάς, Νεότερη Ιστορία ελληνική και ευρωπαϊκή, σελ. 141-142
γ. Ι.Ε.Ε., τόμος ΙΑ, σελ. 108, 159

ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ - ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ

ΕΤΟΣ

ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟΣ
ΑΡΧΟΝΤΑΣ

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ

1832
Όθωνας (Βασιλιάς)
Απόλυτη Μοναρχία
1844
Σύνταγμα
Όθωνας (Βασιλιάς)
Συνταγματική
Μοναρχία
1864
Νέο Σύνταγμα
Γεώργιος Α' (Βασιλιάς)
Βασιλευόμενη Δημοκρατία
1911
Αναθεώρηση
Συντάγματος του 1864

Γεώργιος Α'
(Βασιλιάς)

Βασιλευόμενη Δημοκρατία
1924
Π. Κουντουριώτης
(Πρόεδρος)
Αβασίλευτη Δημοκρατία
1927
Σύνταγμα Αβασίλευτης Δημοκρατίας

Π. Κουντουριώτης
(Πρόεδρος)

Αβασίλευτη Δημοκρατία
1935
Επαναφορά του συντάγματος του 1911

Γεώργιος Β'
(Βασιλιάς)

Βασιλευόμενη Δημοκρατία

ΚΡΙΜΑЇΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1853-1856


            Αποτέλεσε στην ουσία μια από τις πολυάριθμες ρωσοτουρκικές πολεμικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν τα ευρωπαϊκά πράγματα στην διάρκεια όλου του 19ου αιώνα. Οι ρώσοι μονίμως επεδίωκαν να κατεβούν προς τη μεσόγειο και να αποσπάσουν νέες χώρες από τα χέρια του σουλτάνου. Αυτή τη φορά όμως η Αγγλία και η Γαλλία έσπευσαν να αντιταχθούν σε κάθε επεκτατική ενέργεια του τσάρου, υπερασπίζοντας με ζήλο την εδαφική ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Επειδή ο τσάρος κήρυξε τον πόλεμο υπέρ της ορθοδοξίας αλλά και εξαιτίας της Μεγάλης Ιδέας τόσο το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας όσο και όλοι οι έλληνες έκλιναν τώρα ανεπιφύλακτα προς το μέρος της Ρωσίας, γιατί τους παρουσιαζόταν η ευκαιρία να επωφεληθούν από την πολεμική αναταραχή στα βαλκάνια.
            Με πρωτοβουλία λοιπόν του Όθωνα άρχισαν να συγκεντρώνονται χρήματα, να συσσωρεύονται εφόδια πολέμου και τρόφιμα στις παραμεθόριες περιοχές και γενικά να προετοιμάζεται η συμμετοχή των Ελλήνων στον πόλεμο στο πλευρό των Ρώσων. Δημιουργήθηκαν αντάρτικα σώματα στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία που ανήκαν στο οθωμανικό κράτος, ενώ σε βοήθειά τους έσπευσαν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Υπήρχε κλίμα ευφορείας και διαδιδόταν ότι ο Όθωνας σχεδίαζε να περάσει με στρατό τα σύνορα.
            Ωστόσο στα τέλη Μαΐου 1854 η Αγγλία και η Γαλλία έστειλαν στρατεύματα στον Πειραιά, τον κατέλαβαν και ανάγκασαν τον Όθωνα να δηλώσει ότι θα κρατήσει αυστηρή ουδετερότητα. Σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Α. Μαυροκορδάτο που ανακάλεσε όλους τους έλληνες αξιωματικούς. Οι αγγλογάλλοι επέκτειναν την κατοχή τους ως τα Πατήσια και την Πεντέλη. Η κατοχή παρατάθηκε και μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου ως το Φεβρουάριο του 1857 επειδή η Γαλλία και η Αγγλία επιζητούσαν να αποσπάσουν από την ελληνική κυβέρνηση τον έλεγχο των οικονομικών της για τη διευθέτηση του εξωτερικού χρέους του βασιλείου. Έτσι διορίστηκε τριμελής επιτροπή που επέβαλε εξοντωτικούς οικονομικούς όρους. Τέλος, ο οικονομικός αυτός αποκλεισμός είχε και πάρα πολλά ανθρώπινα θύματα λόγω της πείνας που προκάλεσε αλλά και λόγω της επιδημίας χολέρας που μεταδόθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα.

(Διασκευή από τα βιβλία: Α. Βακαλόπουλος, Νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 1998
και
Κ.Βακαλόπουλος, Νεοελληνική Ιστορία 1204-1940, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990) 

Η οικονομική ζωή κατά την περίοδο 1922-1936


Σελίδα 54:
Η πολιτική αστάθεια, τα μίση του Διχασμού, η ανακήρυξη της Δημοκρατίας, οι επεμβάσεις του στρατού και οι απόπειρες πραξικοπημάτων…


            Υπό το βάρος της μικρασιατικής καταστροφής εκδηλώθηκε το 1922 στρατιωτικό κίνημα από τους συνταγματάρχες Ν. Πλαστήρα και Σ. Γονατά, που εξανάγκασε το βασιλιά Κωνσταντίνο σε παραίτηση και την αντικατάστασή του από τον Γεώργιο Β', ενώ συγχρόνως το Κίνημα συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Αν και το αντιβασιλικό μένος της επαναστατικής κυβέρνησης μειώθηκε λίγο με την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου, ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν τον Οκτώβριο του 1923 ο στρατηγός Μεταξάς εξαπολύει φιλοβασιλικό πραξικόπημα που όμως καταπνίγεται εν τη γενέσει του. Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο Γεώργιος εγκαταλείπει την Ελλάδα και το Μάρτιο του 1924 κηρύσσεται η Α' Ελληνική Δημοκρατία με Πρόεδρο τον ναύαρχο Κουντουριώτη και πρωθυπουργό τον Α. Παπαναστασίου.
 Ωστόσο η πολιτική αστάθεια συνεχίζεται μια που μέσα σε ένα χρόνο διαδέχονται η μία την άλλη τρεις κυβερνήσεις. Την τελευταία από αυτές τις κυβερνήσεις την ανατρέπει το στρατιωτικό πραξικόπημα του Θ. Πάγκαλου τον Ιούνιο του 1925. Η δικτατορία του Θ. Πάγκαλου ζει μέχρι τον Αύγουστο του 1926 όταν ο στρατηγός Γ. Κονδύλης τον ανατρέπει και οδηγεί τη χώρα σε εκλογές τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου. Λόγω του αναλογικού συστήματος κανένα κόμμα δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση γι' αυτό και δημιουργήθηκε η λεγόμενη "Οικουμενική". Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση κλείνει το 1928 όταν μετά από εκλογές ο Βενιζέλος σχηματίζει κυβέρνηση τετραετίας ως το 1932.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1.      Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο
2.      Θ. Χρήστου, Το πέρασμα στην αβασίλευτη δημοκρατία, ΙΣΤΟΡΙΚΑ εφ. Ελευθεροτυπιας, τόμος 3ος, τεύχος 22.
3.      ΙΕΕ, τόμος ΙΕ'