Μετοχές - Εισαγωγικά



1.      Τι είναι η μετοχή

Πρόκειται για τύπο που ανήκει στο ρήμα. Μοιάζει συχνά με επίθετο αλλά εκφράζει μια πράξη όπως και το ρήμα.

·         στα ελληνικά έχει δύο μορφές
με κατάληξη –οντας/ώντας και είναι άκλιτη
Π.χ
παίζοντας, τρέχοντας/απαντώντας, ζητώντας

με κατάληξη –μένος και κλίνεται σαν ένα συνηθισμένο επίθετο.
Π.χ
κουρασμένος, μετρημένος, επιτρεπόμενος, καταζητούμενος

·         στ’ αρχαία ελληνικά έχει πολλές μορφές
ανάλογα με το χρόνο και τη φωνή του ρήματος (για το σχηματισμό βλ. τη γραμματική της αρχαίας ελληνικής). Στ’ αρχαία είναι πάντοτε κλιτή σαν ένα επίθετο με τρία γένη και δύο αριθμούς.

Π.χ στην ενεργητική φωνή
Εν.: λύων, λύουσα, λῦον (αυτός/ή/ό που λύνει κτ)
Μελ.: λύσων, λύσουσα, λῦσον (αυτός/ή/ό που θα λύσει κτ)
Αόρ.: λύσας, λύσασα, λῦσαν (αυτός/ή/ό που έλυσε κάτι)
Παρ.: λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκός (αυτός/ή/ό που έχει λύσει κτ)

Ή στην μεσοπαθητική φωνή
Εν.: λυόμενος, λυομένη, λυόμενον (αυτός/ή/ό/που λύνεται)
Μέλ.: λυσόμενος, λυσομένη, λυσόμενον (αυτός/ή/ό που θα λύνεται)
κτλ

2.      Πώς αποδίδουμε στα ελληνικά τις μετοχές της αρχαίας ελληνικής;

Μπορεί λοιπόν οι μετοχές να μοιάζουν στη μορφή με επίθετα ωστόσο δηλώνουν μια πράξη, ένα γεγονός ή μια κατάσταση όπως κι ένα ρήμα. Κι επειδή δεν υπάρχουν αντίστοιχοι τύποι πλέον στα ελληνικά, γι’ αυτό τις μεταφράζουμε σχεδόν πάντοτε με πρόταση και μάλιστα δευτερεύουσα. Μ’ άλλα λόγια, στις περισσότερες περιπτώσεις, για να αποδώσουμε στα ελληνικά μια μετοχή χρησιμοποιούμε τους παρακάτω συνδέσμους: επειδή, αφού, όταν, αν, αν και ή  παρόλο που, για να, να, ότι. Όπως παρατηρείτε, μια λέξη (η μετοχή) της αρχαίας ελληνικής αποδίδεται τελικά στα νέα ελληνικά με ολόκληρη πρόταση (εισαγωγική λέξη και το ρήμα). Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά που συνήθως μας δυσκολεύει: ότι η μετοχή στ’ αρχαία ελληνικά συμπυκνώνει μια ολόκληρη πρόταση.


Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

·         Αρχαία ελληνικά: ἀκροασάμενοι τῆς ἀπολογίας τότε ἤδη ψηφίζεσθε
                            [μετοχή – μία λέξη]
·         Ελληνικά:        αφού ακούσετε την απολογία, τότε ψηφίστε.
                    [πρόταση – αφού + ρήμα]

·         Τοῦτον Ἀθηναῖοι πολλάκις ἑαυτῶν στρατηγὸν ᾕρηνται ξένον ὄντα.
·         Αυτόν οι Αθηναίοι εξέλεξαν στρατηγό τους αν και ήταν ξένος.

·         νομίζων ἀμείνους καὶ κρείττους πολλῶν βαρβάρων ὑμᾶς εἶναι, διὰ τοῦτο προσέλαβον.
·         επειδή έχω τη γνώμη ότι είστε πιο ανδρείοι και ανώτεροι από πολλούς βαρβάρους γι’ αυτό σας πήρα μαζί μου.

·         τοὺς φίλους εὐργετοῦντες καὶ τοὺς ἐχθροὺς δυνήσεσθε κολάζειν
·         αν ευεργετείτε τους φίλους σας, θα μπορέσετε να τιμωρείτε και τους εχθρούς σας.

·         οἱ Ἀθηναῖοι παρεσκευάζοντο ὡς πολεμήσοντες
·         οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για να πολεμήσουν.

·         ἐγὼ οὔποτε ἐπαυόμην ἡμᾶς μὲν οἰκτίρων
·         εγώ ποτέ δεν έπαψα να λυπάμαι εμάς (τους έλληνες)

·         [Περικλῆς] ὡς ἔγνω τὴν ἐσβολὴν ἐσομένην
·         [ο Περικλής] μόλις κατάλαβε ότι θα γινόταν η εισβολή.



Η αύξηση στα ρήματα (συλλαβική και χρονική)



Τι είναι η συλλαβική αύξηση;

Για να σχηματίσουμε στ’ αρχαία ελληνικά έναν χρόνο του παρελθόντος (κάτι που γινόταν ή έγινε κάποτε) χρησιμοποιούμε πριν από το πρώτο γράμμα του ρήματος ένα έψιλον –ε-. Πολλά πολλά χρόνια νωρίτερα αυτό το –ε- ήταν μια ξεχωριστή λέξη που σήμαινε «κάποτε», «τότε» και έμπαινε δίπλα στο ρήμα. Σιγά σιγά ήρθε και κόλλησε στο ρήμα κι έγινε αυτό που ονομάζουμε αύξηση. Και μάλιστα συλλαβική αύξηση γιατί αν συγκρίνουμε τις συλλαβές του ρήματος στον ενεστώτα (στο τώρα) με αυτές που αποκτά το ρήμα όταν έχει –ε- διαπιστώνουμε ότι οι συλλαβές είναι περισσότερες.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

·         γράφω: 2 συλλαβές – γραφον, γραψα: 3 συλλαβές
·         θύω: 2 συλλαβές – θυον, θυσα: 3 συλλαβές
·         τοξεύω: 3 συλλαβές – τόξευον, τόξευσα: 4 συλλαβές

Τι είναι η χρονική αύξηση;

Το –ε- ως αύξηση στους παρελθοντικούς χρόνους υπάρχει μόνο όταν το ρήμα αρχίζει από σύμφωνο. Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει με τα ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν. Αυτό το –ε- χρησιμοποιούνταν, όπως είναι λογικό, ως ξεχωριστή λέξη και με ρήματα που άρχιζαν από φωνήεν. Ωστόσο όταν ενώθηκε με το ρήμα κάτι άλλαξε χωρίς όμως να γίνουν περισσότερες οι συλλαβές. Απλώς από βραχύχρονες μετέτρεψε τις συλλαβές σε μακρόχρονες (χρονική αύξηση). Κάτι που πολύ λογικά εμείς δεν μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί δεν υπάρχουν στη γλώσσα μας μακρόχρονα και βραχύχρονα φωνήεντα. Αντιλαμβανόμαστε όμως αυτό που βλέπουμε.  Όταν λοιπόν αυτό το –ε- συνάντησε τα:

·         α και ε έδωσε το η: π.χ ἄρχω - ρχον (εξουσιάζω – εξουσίαζα), ἐλπίζω - λπιζον
·         ο έδωσε το ω: π.χ ὁρίζω - ριζον
·         ι και υ έδωσε πάλι ι και υ: π.χ ἱδρύω - ἵδρυον, ὑβρίζω - ὕβριζον

Οι ίδιες μετατροπές έγιναν και όταν συνάντησε τις διφθόγγους (για μας στα νέα ελληνικά δίψηφα φωνήεντα): αι, [ει σχεδόν ανύπαρκτο] και οι. Μόνο που σ’ αυτή την περίπτωση το -ι- δεν το βάζουμε δίπλα αλλά το γράφουμε κάτω από το –η- (ῃ) και το –ω- (ῳ) (υπογεγραμμένη).
Ας δούμε μερικά παραδείγματα:
·         αἴρω - ρον (σηκώνω – σήκωνα),
·         [εἰκάζω - καζον (παρομοιάζω – παρομοίαζα)]
·         οἰκίζω - κιζον.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τα: αυ και ευ. Τα –α- και –ε- έγιναν –η- (όπως και όταν είναι μόνα τους) μόνο που το –υ- (σε αντίθεση με το –ι-) το γράφουμε δίπλα τους (ηυ). π.χ αὔξω – ηὖξον.

Στην αρχαιότητα λοιπόν κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι μια πράξη αναφέρεται στο παρελθόν αν δεν είχε το ρήμα αύξηση.


Σύνθετα ρήματα

Όσα είπαμε προηγουμένως ισχύουν και για τα σύνθετα ρήματα. Με μια μικρή διαφορά: η αύξηση έμπαινε στην αρχή του ρήματος πριν τη σύνθεση, δηλαδή όπως ήταν απλό και όχι όπως το βλέπουμε σύνθετο.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα:
·         παραλύω – παρέλυον, παρέλυσα (παρά + λύω, ἔλυον, ἔλυσα)
·         ὑπάρχω – ὑπρχον, ὑπρξα (ὑπό + ἄρχω, ρχον, ρξα)
·         ἀφορίζω - ἀφώριζον, ἀφώρισα (ἀπό + ὁρίζω, ριζον, ρισα)

Ασκήσεις:

1. Σχηματίστε τον παρατατικό των παρακάτω ρημάτων χρησιμοποιώντας την κατάλληλη αύξηση. Για το σχηματισμό και τις καταλήξεις μπορείτε να συμβουλευτείτε τον πίνακα του βιβλίου στη σελίδα 58. Κάντε το ίδιο για να σχηματίσετε και τον αόριστο των ρημάτων που έχουν αστερίσκο.

ἀθροίζω*:
κόπτω*:
ἀμύνω:
ἐλπίζω*:
ἐλαύνω (προχωρώ):
πίπτω (πέφτω):
ὁρκίζω*:
οἰκτίρω (λυπάμαι κπ):
αἰσχύνω (ντροπιάζω κπ):
πείθω*:
οἰμώζω (θρηνώ):
εὑρίσκω:
εὐφραίνω (προξενώ ευχαρίστηση):
2. Σχηματίστε τον παρατατικό των παρακάτω σύνθετων ρημάτων βάζοντας την αύξηση στην κατάλληλη θέση:

ἐπιμένω:
συγγράφω:
ὑποτάσσω:
ὑφαρπάζω:
καταλήγω:
ἐπιτρέπω:
ἀπελπίζω:
ἐποικίζω
προσορμίζω:
ἐξορύσσω:
ἐπιστρέφω:
παρακάμπτω: