Οδύσσεια Α΄ Γυμνασίου ραψ. π Διαγώνισμα



15        Δεν πρόλαβε να πει τον λόγο του, κι ο αγαπημένος γιος του
πρόβαλε στη θύρα. Τα 'χασε ο χοιροβοσκός,
κι όπως πετάχτηκε όρθιος, του πέφτουν οι κούπες απ' το χέρι,
 που τις ετοίμαζε να συγκεράσει κρασί σπινθηροβόλο.
Τρέχοντας, με τον κύρη του αντικρίστηκε και βουρκωμένος τον ασπάστηκε
20        στην κεφαλή, στα δυο ωραία του μάτια, στα δυο του χέρια.
Με πόση αγάπη ένας πατέρας υποδέχεται τον γιο του,
που γύρισε επιτέλους από χώρα μακρινή πάνω στα δέκα χρόνια,
μοναχογιός μονάκριβος, μεγαλωμένος με βάσανα και κόπο-
έτσι και τον θεόμορφο Τηλέμαχο τον έσφιξε στην αγκαλιά του
25        ο θείος1 χοιροβοσκός και τον εγέμισε φιλήματα,
σάμπως να γλίτωσε από θάνατο.
Ολοφυρόμενος τον προσφωνούσε και σαν πουλιά τα λόγια του πετούσαν:
«Ήλθες, γλυκό μου φως! Κι εγώ δεν έλεγα πως θα σε ξαναδούν τα μάτια μου,
αφότου εμίσεψες με το καράβι σου στην Πύλο.
30        Μα τώρα εμπρός, κόπιασε μέσα, παιδί μου αγαπημένο,
να σε χαρεί η ψυχή μου βλέποντας πως είσαι πάλι εδώ,
φτασμένος απ' τα ξένα. [...]»
[…]

100      Πήρε τον λόγο τώρα και του μίλησε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:
«Φίλε, θαρρώ πως επιτρέπεται να πω κι εγώ τον λόγο μου.
Σ’ ακούω αλήθεια κι η καρδιά μου γίνεται κομμάτια,
με τις ξεδιαντροπιές που λέτε των μνηστήρων, όσα μες στο παλάτι
μηχανεύονται και δεν σε λογαριάζουν, ας είσαι αυτός που είσαι.
105      Πες μου, [...] μήπως από φωνή θεού
σ' εχθρεύεται ο λαός; ή πικραμένος κατηγορείς
τ' αδέλφια σου; Κι όμως σ' αυτά στηρίζεται
όποιος συναγωνίζεται μαζί τους, αν έχει σηκωθεί φιλονικία μεγάλη.
Νέος ας ήμουνα κι εγώ, αν είχα το κουράγιο σου,
110      να 'μουνα ο γιος του άψογου Οδυσσέα- [...]
112      τότε επιτόπου να μου κόψει το κεφάλι ο κάθε ξένος,
αν δεν γινόμουνα σ' όλους αυτούς η συμφορά τους [...].
115      Αν πάλι, έναν εμένα, οι πολλοί με δάμαζαν,
καλύτερα μες στο παλάτι μου νεκρός να πέσω χτυπημένος,
παρά να βλέπουν συνεχώς τα μάτια μου τα ανόσια έργα τους· [...].»

122          Ανταποκρίθηκε στα λόγια του ο φρόνιμος Τηλέμαχος:
«Ξένε, ξεκάθαρα, χωρίς περιστροφές θα σου μιλήσω.
Μήτε ο λαός μ' εχθρεύεται κι είναι βαρύς μαζί μου,
125      μήτε τ' αδέλφια μου κατηγορώ, που όποιος συναγωνίζεται μαζί τους,
βρίσκει σ' αυτά πράγματι στήριγμα, αν σηκωθεί φιλονικία μεγάλη.
Γιατί ο Κρονίδης τη γενιά μας μονόκληρη την έκαμε·
μοναχογιό τον γέννησε ο Αρκείσιος τον Λαέρτη,
μοναχογιό ο Λαέρτης τον πατέρα μου Οδυσσέα-
130      κι ο Οδυσσέας πάλι μόνο εμένα έσπειρε και μ' άφησε4
σε τούτο το παλάτι, αλλά δεν πρόλαβε το όφελος να δει.
Και να στο σπίτι τώρα χιλιάδες οι κακόβουλοι ξεφύτρωσαν [...]
136      τόσοι της μάνας μου οι μνηστήρες, τόσοι λυμαίνονται5 το βιος μου.

Παρατηρήσεις:


  1. Να εντοπίσετε στα αποσπάσματα μία παρομοίωση και να εξηγήσετε τι ακριβώς θέλει να αναδείξει, να μεταδώσει ο ποιητής με τη συγκεκριμένη παρομοίωση.
5 μονάδες

2.      Σε ποιο σημείο ο Εύμαιος υποδέχεται τον Τηλέμαχο και τι νομίζετε ότι νιώθει ο Οδυσσέας όταν ακούει τα λόγια του χοιροβοσκού;
5 μονάδες

3.      Αφού διαβάσετε το παρακάτω δημοτικό τραγούδι να απαντήσετε στην ερώτηση που ακολουθεί:

Γιατί δακρύζεις, λυγερή, και βαριαναστενάζεις;
Μήνα πεινάς, μήνα διψάς, μην έχεις κακή μάνα;
Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μήτε έχω κακή μάνα˙
ξένε μου κι αν εδάκρυσα κι αν βαριαναστενάζω,
τον άντρα έχω στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνους.

Το παραπάνω απόσπασμα χρησιμοποιεί την τεχνική των άστοχων ερωτήσεων.

α. Γιατί πιστεύετε ότι ονομάζονται έτσι;
β. Να προσδιορίσετε τους στίχους όπου διαπιστώνετε ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί την ίδια τεχνική στο απόσπασμα που σας δόθηκε.
γ. Σε τι ακριβώς δίνει έμφαση ο ποιητής με τη χρήση αυτής της τεχνικής;

5 μονάδες
4.      Τι επιδιώκει ο Οδυσσέας με την παρέμβασή του στη συζήτηση; Να απαντήσετε με αποδείξεις τα λόγια που χρησιμοποιεί για κάθε επιδίωξή του.

5 μονάδες

Οδύσσεια Α΄ Γυμνασίου ραψ. ε Διαγώνισμα



Ραψωδία ε
Τον βρήκε να κάθεται στο περιγιάλι, ούτε στιγμή δεν στέγνωναν
τα μάτια του απ’ το κλάμα, έλιωνε η γλυκιά ζωή του
απ’ τον καημό του γυρισμού, κι οδύρονταν,
αφού καμιά χαρά δεν του ΄δινε τώρα η νεράιδα.
Τις νύχτες αν κοιμότανε μαζί της στο βάθος της σπηλιάς,
το ΄κανε απ’ ανάγκη, το ΄θελε εκείνη, εκείνος όχι.
Τις μέρες όμως τις περνούσε κρεμασμένος σε βράχια κι ακρωτήρια,
τα σωθικά του τρώγοντας με δάκρυα, στεναγμούς και λύπες,
με μάτια βουρκωμένα, στυλωμένα πάντα στο άκαρπο πέλαγος.

1.      Σε ποια ψυχική κατάσταση βρίσκεται ο Οδυσσέας με βάση τους παραπάνω στίχους; Να την περιγράψετε δίνοντας τουλάχιστον πέντε χαρακτηρισμούς.
_____________, _________________, ________________, _____________, ______________
5 μονάδες

Κοντά του στάθηκε αρχοντική η θεά και τον προσφώνησε:
«Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι, να χαραμίζεις
τη ζωή σου στο κλάμα. Το πήρα απόφαση, θα σε κατευοδώσω.»

2.      Στο παραπάνω απόσπασμα η Καλυψώ ανακοινώνει την απόφαση στον Οδυσσέα. Γιατί την παρουσιάζει σαν δική της και όχι σαν απόφαση του Δία;
_____________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________
2 μονάδες

3.      Στους 5 από τους 7 στίχους που ακολουθούν υπάρχουν τυπικές εκφράσεις ή επίθετα. Να τα εντοπίσετε και να τα υπογραμμίσετε.

Όμως ο Δίας, που τα σύννεφα συνάζει, στην Αθηνά αποκρίθηκε…
Γύρω από τη σπηλιά θρασομανούσε δάσος με λεύκες, σκλύθρες, κυπαρίσσια μυριστά.
Έμεινε εκεί ο Ερμής, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, το θαύμα να κοιτάζει.
Η θυμωμένη θύελλα με τους μεικτούς ανέμους σύντριψε το κατάρτι…
Μόνος του τώρα, ο Οδυσσέας πολύπαθος και θείος, σε σκέψη δίβουλη μπλεγμένος…
Όμως τον είδε ανεβαίνοντας απ’ τους Αιθίοπες ο μέγας Ποσειδών που σείει τη γη…
Μίλησε κι αναχώρησε ο κρατερός αργοφονιάς…
5 μονάδες

4.      Ποιες από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστές και ποιες λάθος; Σημειώστε δίπλα ένα Σ ή ένα Λ χωρίς να διορθώσετε τις λάθος προτάσεις.

·         «Τον λόγο της συμπλήρωσε η θεά και του έστρωσε τραπέζι: άφθονη αμβροσία, νέκταρ κόκκινο. Κι έπινε εκείνος κι έτρωγε, ψυχοπομπός κι αργοφονιάς, ώσπου δειπνώντας χόρτασε κι ευφράνθη.» Πρόκειται για σημείο που δείχνει την ενανθρώπιση του Ερμή.
·         Ο Ερμής παρουσιάζει στην Καλυψώ την απόφαση για την επιστροφή του Οδυσσέα σαν απόφαση όλων των θεών για να δείξει ότι και ίδιος είναι ανώτερός της.
·         Ο Ποσειδώνας δεν γνώριζε την απόφαση των θεών γιατί έλειπε. Πρόκειται για ένα ακόμη δείγμα ανθρωπομορφισμού.
3 μονάδες
Κι ενώ μ’ αυτή τη σκέψη πάλευαν νους και ψυχή του,
Ο κοσμοσείστης Ποσειδών σηκώνοντας κύμα μεγάλο, άγριο, φοβερό
Και κατακόρυφο, το  ΄ριξε καταπάνω του.
Πώς άνεμος σφοδρός σκορπίζει αλλού κι αλλού
Ξερά τα άχυρα της θημωνιάς, έτσι σκορπίστηκαν και τα μακριά μαδέρια.

5.      Να εντοπίσετε στους παραπάνω στίχους μία παρομοίωση και να διευκρινίσετε ποια είναι τα δύο μέρη που παρομοιάζονται και σε ποιο σημείο μοιάζουν.

Παρομοίωση: __________________________________________________________________________________________________________________________________________

1ο μέρος:_____________________________________
2ο μέρος:_____________________________________
Ομοιότητα:________________________________________
3 μονάδες

Άσπλαχνοι και ζηλόφθονοι θεοί, σ’ αυτό είστε πρώτοι!
Ω, δεν ανέχεστε θεές που φανερά πλαγιάζουν με θνητούς.
Έτσι και τώρα πέφτει ο φθόνος σας σ’ εμένα που έχω κοντά μου ένα θνητό.
Κι όμως εγώ τον έσωσα, την ώρα που πιασμένος σε καρίνα
πάλευε μόνος στα κύματα,
αφού το γρήγορο καράβι τους ο Δίας το τσάκισε με τον πυρφόρο κεραυνό του
καταμεσής στο μαύρο πέλαγο
Κι εγώ τον υποδέχτηκα μ’ αγάπη και τον έθρεψα, λογάριαζα
Να γίνει αθάνατος για πάντα και να μείνει αγέραστος.

6.      Ποια είναι τα συναισθήματα που εκφράζουν τα παραπάνω λόγια της Καλυψώς; (γράψτε 4 χωρίς να τα δικαιολογήσετε)
_________________                          _________________
_________________                          _________________
2 μονάδες

Ιλιάδα Β΄ Γυμνασίου Ραψωδία Α 350-431 Διαγώνισμα



Κείμενο
τότε ο Πηλείδης έκλαιγε και στ΄ ακρογιάλι μόνος
καθήμενος εκοίταζε τ΄ απέραντα πελάγη
και θερμοευχήθη της μητρός απλώνοντας τα χέρια:
«Μητέρ, αφού κοντόχρονον με έχεις γεννημένον,
έπρεπε καν ο βροντητής να μου χαρίσει ο Δίας
τιμήν και αντίς ολότελα δεν μ΄ έχει αυτός τιμήσει·
ιδού τώρα με ατίμασεν ο μέγας Αγαμέμνων,
ότι μου άρπαξεν αυτός το δώρο μου και το χει».
Είπε με δάκρυα και η σεπτή τον άκουσε μητέρα
στα βάθη όπ΄ έμενε σιμά στον γέροντα γονέα
και σαν ομίχλη ανέβηκε μέσ΄ από τ΄ άσπρο κύμα.
Στο πλάγι αυτού που έκλαιεν εκάθισεν η θεία,
τον χάιδεψε, κατ΄ όνομα τον έκραξε και του ΄πε:
«Τι κλαις, παιδί μου, στην καρδιά ποια λύπη σ΄ ήβρε; Ειπέ μου
ευθύς, μη το ΄χεις μυστικό, κι εγώ να το γνωρίσω».
Κι΄ ο Αχιλλεύς στενάζοντας της είπε: «Τα γνωρίζεις,
τι απ΄ αρχής να σου τα ειπώ; Την πόλιν την αγίαν
την Θήβην, που εβασίλευσεν ο μέγας Ηετίων,
πατήσαμε κι εφέραμεν εδώ τα λάφυρά της·
κι ως έπρεπεν οι Αχαιοί τα μοιρασθήκαν όλα
και του Ατρείδη εδιάλεξαν την κόρην Χρυσηίδα·
ο ιερέας έπειτα του μακροβόλου Φοίβου
ο Χρύσης ήλθε στα γοργά των Αχαιών καράβια
με λύτρα πλουσιοπάροχα την κόρην του να λύσει,
και του θεού στο χέρι του τα στέφανα κρατώντας
στο σκήπτρο επάνω το χρυσό επρόσπεσεν εις όλους
τους Αχαιούς, αλλ΄ έξοχα στους βασιλείς Ατρείδες·
τότ΄ είπαν όλοι οι Αχαιοί τον γέροντ΄ ιερέα
να σεβασθούν και τα λαμπρά λύτρα δεκτά να γίνουν·
αλλά τούτο δεν έστερξεν ο Ατρείδης Αγαμέμνων,
και τον απόδιωξε κακά με δυνατές φοβέρες˙
έφυγε ο γέρος με χολήν και τες ευχές του ο Φοίβος,
άκουσ΄ ευθύς, ότι ο θεός πολύ τον αγαπούσε˙
και στους Αργείους έριξε βέλος κακό, κι επέφταν
σωρός τα πλήθη, ως του θεού τα βέλη ολού πετούσαν
στο απέραντο στρατόπεδο των Αχαιών, και ο μάντης
ο γνώστης μας φανέρωσεν ό,τι του είπε ο Φοίβος·
τότε ο θεός να ιλεωθεί συμβούλευσα εγώ πρώτος·
με τούτο σφόδρα εθύμωσεν ο Ατρείδης κ΄ εσηκώθη
και λόγον είπε φοβερόν, που είναι τελειωμένος.
Κι οι Αχαιοί προβόδισαν με γρήγορο καράβι
και προσφορές για τον θεόν την κόρην εις την Χρύσην,
αλλ΄ από τώρ΄ απ΄ την σκηνήν την κόρην του Βρισέως,
δώρο σ΄ εμέ των Αχαιών, οι κήρυκες μου επήραν·
και, αν δύνασαι, προστάτευσε συ το καλό παιδί σου
ανέβα ευθύς στον Όλυμπον και πρόσπεσε στον Δία,
αν χάριν του ΄καμες ποτέ με λόγον ή με έργον·
συχνά στο σπίτι του πατρός σ΄ άκουσα να καυχάσαι
ότι τον μαυροσύννεφον Κρονίδην εσύ μόνη
των αθανάτων έσωσες απ΄ όλεθρον αχρείον,
όταν οι άλλοι Ολύμπιοι επήγαν να τον δέσουν,
η Ήρα με την Αθηνάν και ο Ποσειδών ακόμη,
και συ, θεά, τον λύτρωσες που φώναξες αμέσως
τον μέγαν εκατόγχειρον στες κορυφές του Ολύμπου·
απ΄ τους θεούς Βριάρεως, και απ΄ τους θνητούς Αιγαίων
λέγεται και στην δύναμιν περνά και τον πατέρα·
μ΄ έπαρσιν κάθισεν αυτός στο πλάγι του Κρονίδη,
και από τον φόβον του οι θεοί δεν έδεσαν τον Δία.
Τα γόνατά του αγκάλιασε και τούτα ενθύμισέ του,
στους Τρώας ίσως βοηθός θελήσει αυτός να γίνει,
και ακρόγιαλα τους Αχαιούς να κλείσει προς τες πρύμνες
να σφάζονται για να χαρούν τον βασιλιά τους όλοι.
Να μάθει και ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων
πόσο ετυφλώθη ν΄ αψηφά των Αχαιών τον πρώτον».
Και δάκρυα χύνοντας πολλά του απάντησεν η Θέτις:
«Υιέ μου, τι σ΄ ανάσταινα τον πικρογεννημένον;
Άλυπος καν και αδάκρυτος να κάθοσουν στες πρύμνες,
αφού δεν θέλ΄ η μοίρα σου πολύν καιρόν να ζήσεις·
αλλ΄ είσαι και ολιγόζωος και πίκρες πότισμένος
σαν κανείς άλλος· άμοιρα στο σπίτι σ΄ εγεννούσα·
κι εγώ τον λόγον σου να ειπώ του βροντοφόρου Δία,
στον χιονισμένον Όλυμπον θα υπάγω, αν θα μ΄ ακούσει·
συ ωστόσο από τον πόλεμον τραβήξου και στες πρύμνες
ησύχαζε, των Αχαιών να δείξεις τον θυμόν σου·
και ο Δίας στον Ωκεανόν, που τον καλούν οι θείοι
Αιθίοπες κατέβη χθες και όλ΄ οι θεοί μαζί του
και μετά ημέρες δώδεκα στον Όλυμπον θα γύρει,
και τότε στα χαλκόστρωτα θ΄ ανέβω δώματά του,
να του προσπέσω ταπεινά κι ελπίζω να μ΄ ακούσει».
Είπε κι εκεί, τον άφησε περίσσια χολωμένον,
οπού την ομορφόζωνην του επήραν κορασίδα
δυναστικώς.

Ερώτηση 1
Εντοπίστε στο κείμενο τέσσερις στερεότυπες - τυπικές εκφράσεις/επίθετα που χρησιμοποιεί ο Όμηρος και χαρακτηρίζει ήρωες ή θεούς.
………………………………….
………………………………….
………………………………….
………………………………….
4 μονάδες

Ερώτηση 2
Υποθέστε ότι αντί του Αχιλλέα η συνάντηση γίνεται μεταξύ ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τη δική του μητέρα. Τι πιστεύετε ότι θα έλεγε ο Αγαμέμνονας από τη δική του πλευρά; Γράψτε σύντομα ένα κείμενο στο οποίο μιλάει ο ίδιος και (α) εκφράζει το παράπονό του και (β) διατυπώνει κάποιο αίτημα στη μητέρα του. Υποθέστε ότι και αυτή είναι θεά. Το κείμενο να μην ξεπερνά τις 60 λέξεις.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
6 μονάδες

Ερώτηση 3
Η εμφάνιση της Θέτιδας γίνεται με επιφάνεια ή με ενανθρώπιση; Αρκεί μόνο η λέξη.
…………………………
2 μονάδες

Ερώτηση 4
Εντοπίστε στο κείμενο ένα σημείο επιβράδυνσης της ιστορίας. Γράψτε την αρχή και το τέλος των στίχων (από - έως) και εξηγήστε σύντομα γιατί αποτελεί επιβράδυνση.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
4 μονάδες

Ερώτηση 5
Δώστε δύο συναισθήματα του Αχιλλέα καθώς μιλάει με τη μητέρα του και δύο της Θέτιδας.
Αχιλλέας:
Θέτιδα:
4 μονάδες

Ιλιάδα Β΄ Γυμνασίου Ραψωδία Α 125-245 Διαγώνισμα




Απαντάτε σύντομα και εύστοχα χωρίς φρου-φρου κι αρώματα.

Κείμενο
Του αντείπεν ο φτερόποδος ισόθεος Πηλείδης:
«Ένδοξε Ατρείδη, περισσά φιλόπλουτε, τι λέγεις;
Οι μεγαλόψυχοι Αχαιοί πώς θα σου δώσουν δώρον;
125. Μη κάπου λάφυρα κοινά γνωρίζομε αφημένα;
σ' απ' τες χώρες, πήραμε, εμοιρασθήκαν όλα
και να τα ξανακάμομε σωρό δεν είναι πρέπον·
αλλά συ τώρα στον θεόν απόλυσε την κόρη,
και τετραπλά θ' ανταμειφθείς, αν ποτέ δώσει ο Δίας
130. οι Αχαιοί να πάρομε την πυργωμένην Τροίαν».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Αν και γενναίος, μη ζητείς με απάτην να με πάρεις,
θείε Πηλείδη, κι εύκολα δεν θα με καταπείσεις,
να έχεις συ το δώρο σου και εγώ να το στερούμαι·
135. θέλεις και με παρακινείς την κόρη ν' αποδώσω·
αλλ' αν δώρον ισότιμο της αρεσιάς μου λάβω
απ' τους γενναίους Αχαιούς, αρκεί, και αν δεν μου δώσουν,
θα έλθω με το χέρι μου να πάρω ή το δικό σου
το δώρον ή του Αίαντος ή κείνο του Οδυσσέως·
[…]
Άγρια τον εκοίταξε και απάντησε ο Πηλείδης:
150. «Ωιμένα πανουργότατε, μ' αναίδειαν ενδυμένε,
και ποιος από τους Αχαιούς θα δράμει, αν τον ζητήσεις,
είτε εις ταξίδι πρόθυμος, είτε εις πολέμου αγώνα;
Εγώ δεν ήλθα εξ αφορμής των λογχοφόρων Τρώων
να πολεμήσ', ότι ποσώς εκείνοι δεν μου πταίουν·
155. τα βόδια μήτε τ' άλογα δεν βγήκαν να μου πάρουν
μήτε στην μεγαλόσβολην, την ανδροθρέπτραν Φθίαν
ποτέ μου εβλάψαν τους καρπούς, ότ' είναι ανάμεσόν μας
όρη κατάσκια πολλά και πέλαγ' αγριωμένα·
αλλά για τον Μενέλαο και, αναίσχυντε, για σένα
160. ήλθομεν όλοι εκδίκησιν να πάρομε των Τρώων,
και συ, ω σκυλοπρόσωπε, λησμονημένα τα 'χεις.
Και τώρ' αυτό το δώρο μου να πάρεις φοβερίζεις
που 'ναι αμοιβή των κόπων μου κι οι Αχαιοί μου εδώσαν·
κι ίσια με σε δεν έχω εγώ δώρο καλό ποτέ μου,
165. όταν καλά τειχόκαστρα πατούμε της Τρωάδος·
αλλά το βάρος του σφοδρού πολέμου πρώτος έχω
εγώ και αν τύχει μοιρασμός, τρανό συ παίρνεις δώρο,
κι εγώ με δώρο μικροστό και αγαπητό γυρίζω
στες πρύμνες από τον σκληρόν αγώνα του πολέμου·
170. στην Φθίαν τώρ' αναχωρώ· καλύτερα να γύρω
στον τόπον μου με τα κυρτά καράβια, και δεν θέλω
εδώ να μείνω ατίμητος τα πλούτη να σου αυξήσω».
Και προς αυτόν απάντησεν ο μέγας Αγαμέμνων:
«Φύγε, αν το θέλεις, φύγ' ευθύς· και χάριν μου να μένεις,
175. εγώ δεν σε παρακαλώ· κοντά μου υπάρχουν και άλλοι
να με δοξάσουν, κι έξοχα ο πάνσοφος Κρονίδης·
και απ' τους διοθρέπτους βασιλείς συ είσαι ο μισητός μου·
[…]180. σπίτι σου με τα πλοία σου και τους συντρόφους σου άμε,
των Μυρμιδόνων δέσποζε· κι εγώ δε σε λογιάζω
και στην χολήν σου αδιαφορώ· κι ιδού τι σου κηρύττω:
Καθώς εμένα μου αφαιρεί την Χρυσηίδα ο Φοίβος
—κι εκείνην με συντρόφους μου και με δικά μου πλοία
185. θα στείλω — και το δώρον σου την κόρην του Βρισέως,
εις την σκηνήν σου θα 'λθω, εγώ να πάρω, για να μάθεις,
πόσο σου είμαι ανώτερος εγώ και να τρομάζει
και άλλος μ' εμέ να συγκριθεί και όμοιος να γίνει εμπρός μου».
[…]
Τα λόγια τούτα επλήγωσαν τα σπλάχνα του Αχιλλέως
190. κι έστρεψε δύο στοχασμούς μες στα δασιά του στήθη·
ή θε να σύρει απ' το πλευρό το ακονισμένο ξίφος
και αφού σκορπίσει όλους εκεί, να σφάξει τον Ατρείδην,
ή να σιγάσει την οργήν κρατώντας την ψυχήν του·
κι αυτά ως διαλογίζονταν στον νουν και από την θήκην
195. το μέγα ξίφος έσερνε, κατέβηκε ουρανόθεν
η Αθηνά, την έστελνεν η Ήρα η λευκοχέρα,
οπού αγαπούσε ολόψυχα παρόμοια και τους δύο·
του εστήθη οπίσω κι έπιασε τα ολόξανθα μαλλιά του,
σ' εκείνον μόνον φανερή και αθώρητη στους άλλους.
[…]
Με βαρείς λόγους έπειτα και πάλιν ο Πηλείδης
225. προς τον Ατρείδη εστράφηκεν, ουδ' έπαυε η χολή του:
«Ω μέθυσε, σκυλόματε, και με καρδιάν ελάφου!
μήτε ποτέ με τον λαόν ν' αρματωθείς για μάχην,
μήτε εις καρτέρι να οδηγείς τους πρώτους πολεμάρχους
ετόλμησες· σου φαίνονται τρόμος θανάτου εκείνα·
230. καλύτερα στο στράτευμα των Αχαιών σ' αρέσει
όποιος σ' εσένα αντιλογά, να του αφαιρείς τα δώρα·
τωόντι αχρείους κυβερνάς, λαοφάγε βασιλέα!
…θ' αποζητήσουν οι Αχαιοί μια μέρα τον Πηλείδη
όλοι και συ περίλυπος την δύναμιν δεν θα 'χεις
να τους βοηθείς, όταν πολλούς θα στρώσει χάμω η λόγχη
του ανθρωποφόνου Έκτορος και σε θα τρώγει ο πόνος,
245. που αψήφησες των Αχαιών τον πρώτον πολεμάρχον».

Ερώτηση 1

Εντοπίστε στο κείμενο τέσσερις στερεότυπες - τυπικές εκφράσεις/επίθετα που χρησιμοποιεί ο Όμηρος και χαρακτηρίζει ήρωες ή θεούς.
………………………………….
………………………………….
………………………………….
………………………………….
4 μονάδες
Ερώτηση 2

α) Ποια συνήθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου περιγράφει στους παρακάτω στίχους ο Αχιλλέας;
β) Από ποια ανάγκη κατά τη γνώμη σας στρέφονταν οι στρατοί τις εποχής εκείνης στη λεηλασία;
γ) Σήμερα θα συνέβαινε κάτι τέτοιο; Εξηγήστε γιατί.

Μη κάπου λάφυρα κοινά γνωρίζομε αφημένα;
σ’ απ’ τες χώρες, πήραμε, εμοιρασθήκαν όλα
και να τα ξανακάμομε σωρό δεν είναι πρέπον·
α)………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
β)……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
γ)………………………………………………………………………………………
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

6 μονάδες
Ερώτηση 3

Εντοπίστε στο κείμενο το σημείο που εμφανίζεται η θεά Αθηνά. Πρόκειται για επιφάνεια ή για ενανθρώπιση και γιατί;
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

3 μονάδες
Ερώτηση 4

Απομονώστε τις φράσεις/τα λόγια του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα που φανερώνουν την οριστική ρήξη μεταξύ τους. (μία φράση/πρόταση του Αγαμέμνονα και μία του Αχιλλέα)

Αγαμέμνονας:…………………………………………………………………………
Αχιλλέας:……………………………………………………………………………..

2 μονάδες
Ερώτηση 5

Με βάση τα λόγια των δύο ηρώων δώστε τρεις χαρακτηρισμούς για τον καθένα.

Αγαμέμνονας:
1.
2.
3.

Αχιλλέας:
1.
2.
3.
5 μονάδες