Εσύ, ως μέλος της κοινής γνώμης



Πριν από μερικές δεκαετίες, η ενημέρωση ερχόταν από τις εφημερίδες. Αγόραζες ένα πολυσέλιδο έντυπο επειδή κάτι τραβούσε την προσοχή σου στο πρωτοσέλιδο και έπειτα το κουβαλούσες μαζί σου. Διάβαζες αυτό που σε ενδιέφερε, αλλά στη δίπλα σελίδα υπήρχε και ένα ακόμα άρθρο για κάτι που δεν είχες σκεφτεί ποτέ μέχρι τότε... και του έριχνες και αυτού μια ματιά. Μετά ήρθε το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, που είχαν πεπερασμένο χρόνο. Αυτοί ήταν οι πομποί και εσύ ο δέκτης. Για να παρακολουθήσεις κάτι που σε ενδιέφερε έπρεπε να φροντίσεις να είσαι ελεύθερος τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Οι καναλάρχες είχαν στα χέρια τους την εικόνα και τον ήχο για να παίξουν με τα συναισθήματά σου. Χρησιμοποιούσαν διάσημους (ή έφτιαχναν μερικούς) για να σε κάνουν να νιώσεις την οικειότητα της συναναστροφής με ένα μέρος της κοινωνίας που κανονικά δεν θα τολμούσες ούτε να φανταστείς να μπαίνεις στο σαλόνι τους. Οι πρώτες σειρές που έγιναν παγκόσμιες επιτυχίες παρουσίαζαν τη ζωή των πλουσίων, για να ονειρευτείς και εσύ ότι θα μπορούσες να είσαι ένας από αυτούς. Συμμεριζόσουν τα προβλήματά τους και έβλεπες ότι και η δική τους ζωή ήταν γεμάτη προβλήματα και δυστυχία. […] Μετά ήρθε το διαδίκτυο. Μας είπαν ότι με αυτό θα σταματούσαμε να είμαστε παθητικοί δέκτες και ότι τώρα θα μπορούσαμε να αντιδρούμε στο περιεχόμενο. Αυτό όμως που έγινε ήταν ακριβώς το αντίθετο. Στο διαδίκτυο επικράτησε η Google, που μας έδωσε τη δυνατότητα να ψάχνουμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να βρούμε. Αν πιστεύετε στους εξωγήινους ή στον Σώρρα δεν έχετε παρά να κάνετε τη σωστή αναζήτηση και σίγουρα θα βρείτε ακριβώς τις αποδείξεις που χρειάζεστε για να ενισχύσετε την πίστη σας. Τα τελευταία χρόνια ζούμε και μια ακόμα σημαντική αλλαγή. Τα κινητά μας τηλέφωνα έγιναν έξυπνα και πλέον όλοι ενημερώνονται από μια οθονούλα 5 ιντσών, έτσι οι εκδότες προσαρμόζονται μικραίνοντας τα κείμενα, δημιουργώντας μίνι βίντεο ρεπορτάζ των 20 δευτερολέπτων και παρουσιάζοντας ένα νέο είδος εύπεπτης finger food δημοσιογραφίας. Χωρίς βάθος, χωρίς στοιχεία, χωρίς ερωτηματικά και καχυποψία.

Όπως η ανακάλυψη της τυπογραφίας άλλαξε την κοινωνία, έτσι και το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τώρα τα κινητά τηλέφωνα και οι ταμπλέτες ορίζουν το ίδιο το περιεχόμενο της δημοσιογραφίας. Ωστόσο, για πρώτη φορά στα σύγχρονα χρόνια, εκτός από τον τρόπο που ενημερωνόμαστε δημιουργήθηκε ένα ακόμα επίπεδο επιρροής που παράλληλα με την τεχνολογία προκάλεσε μια επιπλέον ουσιαστική αλλαγή στην ταυτότητα της κοινής γνώμης: Τα κοινωνικά δίκτυα.

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι μια φοβερή ανακάλυψη. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου υπάρχει μια πραγματική παγκοσμιοποίηση στη δυνατότητα της ενημέρωσής μας (πέραν της κοινωνικής μας δικτύωσης). Ωστόσο, η τραγική υποχώρηση των αξιών της δημοσιογραφίας, η παρατεταμένη καταπίεση της κοινής γνώμης και τα ανθρώπινα ένστικτα οδήγησαν τελικά στη δημιουργία ενός ακόμα υπερόπλου χειραγώγησης με τον δυνατότερο πυροκροτητή στην ιστορία: την ψευδαίσθηση του προσωπικού ελέγχου.
Από την άλλη, η δημοσίευση ψεύτικων ιστοριών και η εμπέδωση του ότι η δημοσίευση μιας ιστορίας δεν την κάνει αυτόματα αληθινή βοήθησε στην έκρηξη της καχυποψίας απέναντι στη δημοσιογραφία και ταυτόχρονα τροφοδότησε τη δημιουργία μιας νέας γενιάς ανθρώπων που εθίστηκαν στην χαλαρή τεκμηρίωση και είναι πια έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε. Αν μάλιστα η είδηση περιλαμβάνει κάποια στοιχεία συνωμοσίας, μια αίσθηση ότι οι ισχυροί και οι δημοσιογράφοι του συστήματος δεν θέλουν να μάθετε την αλήθεια, τόσο το καλύτερο για την είδηση, τόσο χειρότερο για τη αλήθεια.

Κώστας Εφήμερος The Press Project 3-9-2016

ερωτήσεις:

Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που διαπιστώνει ο αρθρογράφος για κάθε ένα μέσο ενημέρωσης; Προσπαθήστε να τα σταχυολογήσετε σύντομα με τη μορφή σημειώσεων με δικά σας λόγια.

Ποιο από τα μέσα αυτά δείχνει να συμπαθεί περισσότερο; Από πού βγάζετε το συμπέρασμά σας;

Ποια είναι η στάση του απέναντι στα άλλα μέσα ενημέρωσης; Από ποιες γλωσσικές επιλογές που κάνει καταλήγετε στο συμπέρασμά σας;

Τι έχει αλλάξει σύμφωνα με το κείμενο στην εποχή των κοινωνικών δικτύων; Καταγράψτε αυτές τις αλλαγές με μορφή σημειώσεων.

Ο διανοητής Μάρσαλ Μακλούαν (Marshall Macluhan) διατύπωσε τη θεωρία ότι «το μέσο είναι το μήνυμα». Θεωρείτε ότι ο αρθρογράφος επιβεβαιώνει ή απορρίπτει την παραπάνω άποψη; Γράψτε μια παράγραφο 80 περίπου λέξεων εξηγώντας τη θέση σας.

Γράψτε την περίληψη του κειμένου σε 100 περίπου λέξεις.



Η τέχνη της συζήτησης



Π. Μπουκάλας Καθημερινή 8-4-2015
 
Ανάμεσα στα καλά και τα κακά που μοιραζόμαστε με τους αρχαίους είναι και το πάθος για το κουβεντολόι. Ένα πάθος που δεν πέφτει σε λήθαργο ούτε μέσα στις εκκλησίες. Και Μεγάλη Πέμπτη ή Παρασκευή ακόμα, βρίσκει τον τρόπο και ξεμυτίζει φλύαρο, έστω ψιθυριστό. Κι αν πεις και για την Ανάσταση, ο θόρυβός του, έτσι όπως σμίγουν έπειτα από καιρό και χαιρετιούνται φίλοι, συγγενείς και συγχωριανοί, σκεπάζει το «Χριστός Ανέστη» και ανταγωνίζεται τη βοή των βαρελότων.

Από το πάθος της συζήτησης παρακινημένοι οι αρχαίοι, αμελούσαν συχνά τις υποχρεώσεις τους στην εκκλησία του δήμου. Προσέχοντας να μην τους τσακώσουν οι Σκύθες αστυνομούντες, τους κοκκινίσουν τον χιτώνα και πληρώσουν πρόστιμο (τα λέει ο Αριστοφάνης στους «Αχαρνής»), έτρεχαν σε κουρεία, δικαστήρια και λοιπά στέκια για να ανταλλάξουν πληροφορίες και να ασκηθούν στο άθλημα της «κοινωνικής κριτικής», που μερικοί το λένε κουτσομπολιό. Ή, αν ήταν μανιακοί με τα ανέκδοτα και τις σπιρτόζικες ιστορίες, πήγαιναν στον αττικό δήμο των Διομείων, στον «διωρισμένο τόπο», όπου, λέει ο Κοραής, «εσυναθροίζετο η περιβόητος εταιρεία των Διομέων, διά να κοινωνώσιν εις αλλήλους ό,τι τις είχεν ακούσειν, ή πλάσειν νόστιμον». Οι Αθηναίοι, αλλά και οι ξένοι που ζούσαν στην Αθήνα, γράφει ο Παύλος στις «Πράξεις Αποστόλων», για τίποτε άλλον δεν ευκαιρούσαν παρά για να λένε ή ν’ ακούνε κάτι το νέο: «Αθηναίοι δε πάντες και οι επιδημούντες ξένοι εις ουδέν έτερον ευκαίρουν ή λέγειν τι και ακούειν καινότερον». Οταν έφτασε λοιπόν και ο ίδιος στην πόλη, έπιασε συζητήσεις στην αγορά με φιλοπερίεργους επικούρειους και στωικούς φιλοσόφους. Αυτοί, για να μάθουν περισσότερα για την «καινή διδαχή» του «σπερμολόγου», τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο. Ακόμα κι αν δυσπιστούσαν στα όσα περί ενός Θεού και Αναστάσεως έλεγε ο ξένος, δεν ξεχνούσαν τον κανόνα του Επίκουρου: σε μια κοινή φιλοσοφική συζήτηση-αναζήτηση, το μεγαλύτερο κέρδος το έχει όποιος μαθαίνει τα περισσότερα, δηλαδή ο ηττημένος («εν φιλολόγω συζητήσει πλείον ήνυσεν ο ηττηθείς καθ’ ο προσέμαθεν»). Στην τέχνη της συζήτησης λοιπόν, κάθε συζήτησης, νικητής είναι ο φαινομενικά ηττημένος· ο λιγότερο εγωλάτρης.

Αυτήν την προτεραιότητα της ακοής απέναντι στην ομιλία (και πολύ περισσότερο στη φλυαρία ή την κομπορρημοσύνη), που αν δεν γίνει σεβαστή, κανένας διάλογος δεν αποβαίνει γόνιμος, δεν φαίνεται να την έχουμε σε μεγάλη υπόληψη πια. Το βλέπουμε αυτό στις αντιπαραθέσεις στα κανάλια, όπου σχεδόν κάθε απόπειρα συζήτησης εκφυλίζεται ταχύτατα σε παράλληλους μονολόγους βαρηκόων· «νικητής» αναδεικνύεται ο θορυβωδέστερος, ο περισσότερο ερωτευμένος με τον εαυτό του και τη γλώσσα του. Αυτός που αδιαφορεί για τη γνώμη των τύποις συνομιλητών του και το μόνο που τον καίει είναι να την καλύψει συνεχίζοντας αγενέστατα, να μονολογεί μεγαλόφωνα, ακόμα και να ωρύεται. Εδώ ο φαινομενικά νικητής καταντάει ηττημένος.


ερωτήσεις:

1.      ποιο είναι το θέμα του κειμένου;
2.      ποια είναι η θέση του στου αρθρογράφου;
3.      πώς σχολιάζετε τη γλώσσα του κειμένου;
4.      ποια χαρακτηριστικά θεωρείτε ότι καθιστούν το κείμενο άρθρο;
5.      γράψτε την περίληψη του κειμένου σε 100 περίπου λέξεις.

6.      ποιος είναι ο λόγος που επικαλείται τη θρησκευτική ζωή;
7.      ποιος είναι ο λόγος που επικαλείται την αρχαιότητα;
8.      πώς κρίνετε την άποψη του Επίκουρου; συμφωνείτε ή διαφωνείτε και γιατί;
9.      ποιο είναι το βασικό γνώρισμα των σημερινών τηλεοπτικών συζητήσεων;

10.  με ποιο τρόπο αναπτύσσεται η δεύτερη παράγραφος του κειμένου;
11.  ποια είναι η δομή της τελευταίας παραγράφου;
12.  τι είδους νοηματική σχέση έχουν η δεύτερη με την τρίτη παράγραφο;
13.  πώς συνδέονται οι παράγραφοι μεταξύ τους;



Γλώσσα: Κριτήριο αξιολόγησης Α΄ Λυκείου



Κατά τον 19ο αιώνα καλλιεργήθηκε εκτενώς η θεωρητική προσέγγιση ότι οι γλώσσες είναι ζωντανοί οργανισμοί: γεννιούνται, αναπτύσσονται, παρακμάζουν γερνώντας και πεθαίνουν. Αυτή η προσέγγιση της γλώσσας ως ζωντανού οργανισμού,  ζει και βασιλεύει μέχρι τις μέρες μας και μάλιστα βρίσκεται πίσω από την πλειοψηφία των σύγχρονων μη-επιστημονικών απόψεών μας για τη γλώσσα. Έτσι, αναπόφευκτα, βρίσκεται και πίσω από αρκετές παρανοήσεις και παρεξηγήσεις για τη γλώσσα.
Λέμε συχνά πως τα ελληνικά έχουν «εξελιχθεί» σε ένα άρτιο εργαλείο φιλοσοφικής έκφρασης ή τα λατινικά σε μέσο εναργούς διατύπωσης νόμων και του Δικαίου, περίπου όπως λέμε ότι οι γάτες έχουν οξεία όραση για να κυνηγούν στο σκοτάδι και οι αράχνες υφαίνουν ιστούς για να παγιδεύουν και να καταβροχθίζουν έντομα. Παράλληλα, πολλοί αντιπαραθέτουν τη σαφήνεια, καθαρότητα και ακρίβεια της αγγλικής γλώσσας με την ποιητική καταχνιά της γαλλικής γλώσσας, την πολύσημη πολυπλοκότητα και την πρισματική εξακτίνωση των νοημάτων της. Στην πραγματικότητα όμως αντιπαραθέτουν δύο διαφορετικούς τρόπους έκφρασης που, με λίγη ή περισσότερη καλλιέργεια κι εξάσκηση, μπορούν να λειτουργήσουν σε οποιαδήποτε γλώσσα
Ουσιαστικά, οποιαδήποτε φυσική γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε επικοινωνιακή λειτουργία. [..] Έτσι, από καταβολής γλώσσας, διάφορα θέματα ορολογίας λύνονται, χονδρικά μιλώντας, με τρεις τρόπους: μπορεί οι ομιλητές της γλώσσας να επινοήσουν καινούργιους κατάλληλους όρους, όπως οι ελληνικοί όροι ‘βιομηχανία’ και ‘υπουργός’ που απέδωσαν τα ‘industrie’ και ‘ministro’. Άλλοτε, συνηθέστατα, οι ομιλητές καταφεύγουνε στον δανεισμό των κατάλληλων όρων από μια γλώσσα που ήδη τους διαθέτει (όπως, λόγου χάρη, το ελληνικό ‘music / Musik / musique…). Τέλος, υπάρχει πάντα η δυνατότητα χρήσης κατάλληλων περιφράσεων. Έτσι, προσπαθώντας να αποδώσουμε τον όρο ‘frustration’ στα ελληνικά ή ‘φιλότιμο’ στα αγγλικά, αντί για μια κατά λέξη μετάφραση θα προτιμήσουμε να καταφύγουμε σε κάποια κατάλληλη περίφραση.
Συνεπώς, αντίθετα με τα φυτά και τα ζώα των οποίων οι ρίζες, τα φύλλα, τα βράγχια, οι προβοσκίδες, τα λέπια, το χρώμα του φτερώματος ή οι οπλές καθορίζουν με σαφήνεια και αυστηρότητα πώς θα αναπτυχθούν, πού θα επιβιώσουν, πώς θα τραφούν και πώς θα αναπαραχθούν, οι ανθρώπινες γλώσσες είναι πεπερασμένα αλλά ευέλικτα τυπικά συστήματα με άπειρη εκφραστική δυνατότητα: ό,τι μπορεί να λεχθεί σε μία γλώσσα, μπορεί να ειπωθεί και σε μια οποιαδήποτε άλλη
Ο τρόπος θεώρησης της γλώσσας ως ζωντανού οργανισμού έχει επηρεάσει βαθύτατα και τη μη-επιστημονική στάση απέναντι στη γλωσσική αλλαγή. Λένε  ότι η γλωσσική αλλαγή συνιστά φθορά, παρακμή, αλλοίωση, κατάπτωση μιας γλώσσας.

Φοίβος Παναγιωτίδης, Μίλα μου για γλώσσα. Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία σ. 87 (διασκευή)
Παρατηρήσεις:

1.      Να απαντήσετε με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία στα παρακάτω ερωτήματα:
Ποιο είναι το θέμα του κειμένου;
______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ποια είναι η θέση του συγγραφέα;
______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

10 μονάδες

2.      Ποιες από τις παρακάτω προτάσεις είναι σύμφωνα με το κείμενο σωστές (Σ) και ποιες λάθος (Λ); Δεν χρειάζεται να διορθώσετε τις λανθασμένες.

·         Κάθε γλώσσα έχει τις δικές της επικοινωνιακές αρετές.
·         Η αντίληψη που θεωρεί τη γλώσσα ζωντανό οργανισμό είναι αντιεπιστημονική.
·         Οι ζωντανοί οργανισμοί επιβιώνουν με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των γλωσσών.
·         Η γλωσσική αλλαγή δεν αποτελεί κίνδυνο για τις γλώσσες.
·         Το γεγονός ότι κάποιες λέξεις της ελληνικής δεν μπορούν να μεταφραστούν μονολεκτικά σε άλλες γλώσσες δείχνει τον πλούτο της γλώσσας μας.
25 μονάδες

3.      Να χρησιμοποιήσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου σε οποιαδήποτε μορφή θέλετε (χρόνο, πρόσωπο, αριθμό, γένος) για να σχηματίσετε δικές σας προτάσεις:
α.
β.
γ.
δ.
ε.
25 μονάδες

4.      Διαβάστε τη δεύτερη, την τρίτη και τέταρτη παράγραφο του κειμένου και επιλέξτε από τους τρόπους που σας δίνονται παρακάτω αυτόν με τον οποίο κυρίως αναπτύσσεται η καθεμιά ξεχωριστά.
Αίτιο-αποτέλεσμα, παραδείγματα, αιτιολόγηση, σύγκριση-αντίθεση, διαίρεση, ορισμός, αναλογία (παρομοίωση-παραλληλισμός)

2η:
3η:
4η:
15 μονάδες

5.      Διαβάστε την παρακάτω άποψη και προσπαθήστε σε μία παράγραφο 80-100 λέξεων περίπου να αποδείξετε ότι δεν ισχύει.
«Η γλώσσα και γενικότερα η έκφραση των νέων σήμερα, δείχνει να έχει περιοριστεί σημαντικά, και ενώ υπάρχουν πολυάριθμοι τρόποι, για  να καλλιεργηθεί και να ακμάσει, καμία ενέργεια δεν λαμβάνεται. Πρόκειται για φθορά που θα οδηγήσει την ελληνική στο θάνατο.»
25 μονάδες
____________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΑΝΤΡΑΣ Γιώργος Αθάνας



Η αδελφή των Κοντραίων έπεσε σε βαρύ σφάλμα. Αγάπησε με όλη την τρέλα των εικοσιδυό της χρόνων τον Κωστάκη Ντούφη και του παραδόθηκε μια χειμωνιάτικη βραδιά κάτω εκεί σε κάποιαν απόμερη γωνιά του Κάστρου. Όταν αισθάνθηκε το σφάλμα της αξίωσε απ’ τον Κωστάκη μέσα σε οχτώ μέρες να την ζητήσει απ’ τ’ αδέλφια της. Κι όταν είδε πως οι οχτώ μέρες πέρασαν χωρίς να κάμει έτσι, μα και πως την απόφευγε συστηματικά, τότε δε δίστασε καθόλου να τα μαρτυρήσει όλα στη μάνα της για να πάρει το ζήτημα μια λύση. Τ’ αδέρφια της έγιναν έξω φρενών. Ζήτησαν να τη σκοτώσουν αμέσως. Και θα τη σκότωναν. Μα η μάνα πρόβλεψε και την έδιωξε στην αδερφή της. «Να μην ξαναπατήσει στο σπίτι η άτιμη θα τη σφάξω ανάποδα!»
«Στο σουβλί θα την περάσω!»
«Θα την μαδήσω ζωντανή!» κάθε αδερφός κι απόναν σκληρό θάνατο της απειλούσε. Μόνον ο πιο μικρός, ο τέταρτος, δε μιλούσε, παρά, καθώς αντίκριζε την πρωτόφανη άγρια τρικυμία του σπιτιού του, έτρεμε σύγκορμος κι έκλαιγε μαζεμένος σε μια άκρη. Ήταν παιδί δεκάξι χρονών και κανείς δεν πρόσεχε σε δαύτο, ούτε περίμενε απ’ αυτό άλλη βοήθεια περισσότερη απ’ τα φοβητσιάρικα δάκρυά του.
Αποφασίστηκε, ο Σωτήρης, ο μεγαλύτερος, να πιάσει τον Κωστάκη και να του απαιτήσει ορθά κοφτά σε τρεις μέρες μέσα ν’ αρραβωνιάσει την προσβλημένη αδελφή τους.
Αν αρνιόταν, τότε θα λάβαιναν άλλην απόφαση. Ο Κωστάκης ορφανό πλουσιόπαιδο, μονάκριβος γιος μιας διαβολεμένης χήρας, που κρατούσε την περιουσία του άντρα της καλύτερα κι απ’ όταν ζούσε ο ίδιος, δεν είχε δική του γνώμη και θέληση. Αν και πάτησε τώρα πια τα είκοσι πέντε, δεν έλεγε και δεν έκανε παρά ό,τι  κανοναρχούσε η μητέρα του. Γλεντούσε όταν, όπου κι όπως ήθελε εκείνη. Πήγαινε με τους φίλους που του διάλεγε. Ζούσε τη ζωή που του είχε κανονίσει. Τα είχε όλα στο χέρι, για τίποτα δε φρόντιζε, κι όσο για την περιουσία του, ήταν ένας απλός υπάλληλος της μητέρας του. Η πρώτη λεύτερη, αυτόβουλη και μυστική απ’ τη μητέρα του πράξη, ήταν ο έρωτάς του με τη Φωτεινή. Αυτός σπάζει πάντα τις αλυσίδες και των σκλαβωμένων κοριτσιών και των υποταγμένων αγοριών. Ήταν φυσικό κι επόμενο στο πρώτο απόχτημα της λευτεριάς του να μη λογαριάσει τίποτα, να μην κρατηθεί πουθενά. Όταν έγινε το κακό, καλύτερα όταν μπόρεσε να σκεφθεί ότι το κακό είχε γίνει, το είδε τόσο μεγάλο κι ένα τόσο βαρύ προαίσθημα του πλάκωσε την καρδιά που δε θέλησε καθόλου να βασανίσει το μυαλό του μ’ αυτό. Το κακό έπαιρνε την πελώρια διάσταση του μοιραίου και στο μοιραίο πρέπει να παραδίνεται κανείς χωρίς σχέδια και λογαριασμούς και τεχνάσματα! Όταν του έβαλε η Φωτεινή την προθεσμία δεν έβλεπε την ώρα πότε να περάσουν οι οχτώ μέρες, γιατί, όσο διαρκούσαν έπρεπε να συλλογίζεται ολοένα το ζήτημα αυτό, ενώ αυτός δεν ήθελε να συλλογίζεται καθόλου! Όταν θα περνούσαν οι οχτώ μέρες δε θα ’φερναν κάποια μοιραία λύση. Έπαιρνε το άλογο του και πήγαινε έξω στα χτήματά τους. Οι εργάτες κλάδευαν τα κλήματα κ’ έσκαβαν λάκκους γύρα στα κούρβουλα ή όργωναν τα χωράφια για να σπείρουν καλαμπόκι. Έβρισκε μια παρηγοριά στον ανοιχτό κάμπο. Ξεχνούσε το άτομό του και ζούσε με τον απλό παλμό ενός ελάχιστου ζούδιου, ενός μυρμηγκιού απ’ αυτά που πατούσε το άλογό του ή ενός εντόμου από εκείνα που βιβίνιζαν γύρω στ’ αυτιά του.
Τη μέρα που τον φώναξε ιδιαίτερα ο Σωτήρης το προαίσθημά του έγινε βαρύτερο. Κάτι του απάντησε, ούτε ναι ούτε όχι, δεν ξέρει τίποτα, όμως τη θέλει την αδερφή του μα πρέπει να θελήσει κι η μητέρα του, αλλιώς πώς να το κάνει.
[…]
Ήταν νύχτα. Η φωτιά έτριζε στο παραγώνι. Κάθε τόσο ξεπετούσε άγριες φλόγες. Έξω φυσούσε λυσσασμένος βοριάς. Οι μακρινοί αντίλαλοι της θάλασσας έφταναν φριχτοί μεσ’ στη νύχτα. Η μάνα καθόταν κουλουριασμένη σε μια κασέλα. Οι τρεις αδερφοί, ορθοί, πηγαινορχόντουσαν πέρα δώθε στην κάμαρα με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού. Οι ίσκιοι τους έπεφταν άταχτα στο κιλίμι, στους τοίχους, στα έπιπλα. Το γέρικο σκεβρωμένο πάτωμα έτριζε στα βήματά τους.
― Θα βάλουμε κλήρο! Είπε ο μεγαλύτερος.
― Θα πάμε και οι τρεις!, είπε ο δεύτερος.
― Να περιμένουμε κι ως αύριο… είπε ο τρίτος.
― Δεν ξέρω!... Είστε τρεις άντρες!, είπε η μάνα. Εγώ δεν μπορώ να με δέρνουν στη βρύση ως κι οι κουμπάρες τους!... Είστε τρεις άντρες!...
«… Δεν είμαστε τρεις… είμαστε τέσσεροι!...».
Θέλησε να φωνάξει ο Λευτέρης, ο μικρότερος, δεκάξι χρονών παιδί, που καθόταν καταγής σε μια γωνιά κι έτρεμε σύγκορμος κ’ έκλαιγε απ’ το κακό του. Λίγο έλειψε να το φωνάξει. Μα είδε τ’ αδέρφια του πώτριζαν τα δόντια τους και συγκρατήθηκε… Αυτόν δεν το λογαριάζουν καθόλου. Ό,τι και να πει δεν θα τον ακούσει κανείς. Θα τον μαλώσουν κιόλας. Κοίταξε τ’ αδέρφια του που βημάτιζαν πάντα νευρικά κι έτριζαν τα δόντια κι έσφιγγαν της γροθιές. Κοίταξε τη μάνα που κοιτούσε τα παιδιά της κάπως παράξενα, μ’ επιβολή και μ’ ανησυχία.
Ο Λευτέρης από μικρός είχε μανία με το κυνήγι. Δεν άφηνε πουλάκι στο λιοστάσι με τη σφεντόνα. Στον κήπο τους ήταν πάντα στημένες ξόβεργες και πλακοπαγίδες. Τώρα που μεγάλωσε πιο πολύ είχε πάρει και το δίκαννο των αδερφιών του. Πρώτα-πρώτα όλως διόλου κρυφά. Έπειτα με της μάνας μονάχα την εκβιασμένη συγκατάβαση. Κάποτε που σκότωσε δύο πέρδικες τώμαθαν και τ’ αδέρφια του.
― Πρόσεξε να μη στραβωθείς καμιά ώρα!, του είχαν κοροϊδευτικά πει.
Έβγαινε τώρα, τέτοιαν εποχή, για μπεκάτσες εκεί γύρω στην ακροποταμιά, ανάμεσα στις ιτιές που σκέπαζαν τα παγερά βαλτόνερα. Το άλλο πρωί είδε τον Κωστάκη Ντούφη που πήγαινε καβάλα στα χτήματά του. Στάθηκε και τον κοίταξε καθώς προσπερνούσε ξέγνοιαστος. Ώρες πολλές τριγύρισε μέσα στους βάλτους. Απάνω στον κρουσταλλιασμένο ψιλόν άμμο ήταν χιλιάδες τρυπίτσες που της είχαν ανοίξει με της μύτες τους οι μπεκάτσες. Πόσες δεν πέρασαν μπροστά του! Καμιά δε μπόρεσε να χτυπήσει. Ένας καβαλάρης έμπαινε αναμεταξύ και του στράβωνε τα σκάγια. Να τον έβρισκαν αυτόν!
Το βράδυ στο σπίτι ξανάγινε η ίδια σκηνή.
― Φκιάστε τρεις κλήρους! είπε ο μεγαλύτερος!
Μπήκε ο Λευτέρης με το δίκαννο. Τους κοίταξε περιφρονητικά, ακούγοντας το στερνό λόγο.
― Οι κλήροι ήταν τέσσεροι!..., τους είπε. Και βγήκε ο δικός μου.
Η μάνα τινάχτηκε απ’ το παραγώνι μ’ ένα δαυλί στο χέρι. Οι τρεις αδερφοί πισωπάτησαν αποσβολωμένοι.
― Πώς είπες;
― Τον σκότωσα με το δίκαννο την ώρα που γύριζε απ’ το κτήμα… «Μάνα μου…Φωτεινή μου!», φώναξε καθώς έπεφτε απ’ τ’ άλογο…
― Εσύ!
Η μάνα πέταξε το δαυλί στο τζάκι, χύμηξε, αγκάλιασε το Λευτέρη και τον φίλησε σφιχτά.

Παρατηρήσεις:

Με βάση τα στερεότυπα της εποχής στην οποία αναφέρεται το κείμενο να περιγράψετε με παραπομπές στο απόσπασμα τα συναισθήματα του Λευτέρη, του τέταρτου αδερφού, και να εξηγήσετε γιατί κατά τη γνώμη σας φτάνει τελικά στο φόνο.
25 μονάδες
Η προγαμιαία σχέση της Φωτεινής και του Κωστάκη Ντούφα πυροδοτεί την τραγική κατάληξη της ιστορίας. Θα ίσχυε κάτι παρόμοιο σήμερα και γιατί;
25 μονάδες
Με βάση όσα περιγράφονται στο κείμενο για τη σχέση του Κωστάκη Ντούφα με τη μητέρα του να γράψετε τον μεταξύ τους διάλογο όταν ο Κωστάκης προσπαθεί να θέσει το ζήτημα του γάμου. Υποθέστε ότι ανοίγει την κουβέντα λέγοντας:
― Ξέρεις μητέρα θέλω να παντρευτώ! (Συνεχίστε)
25 μονάδες
Υποθέστε ότι στην εφημερίδα του σχολείου σας είστε υπεύθυνος της στήλης «βιβλιοκριτική». Να γράψετε λοιπόν ένα κείμενο θετικής ή αρνητικής κριτικής στο οποίο α. θα παρουσιάσετε περιληπτικά την ιστορία και β. θα εξηγήσετε με ποιους τρόπους (γλώσσα, εκφραστικά μέσα, περιγραφή, αφήγηση κλπ) ο συγγραφέας πετυχαίνει ή δεν πετυχαίνει να αποδώσει την εποχή και τα ήθη της καθώς και γιατί θα το προτείνατε ή δεν θα το προτείνατε να το διαβάσουν οι συμμαθητές σας.
25 μονάδες